Ιρλανδία


Ιρλανδία
Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιρλανδίας Έκταση: 70.280 τ. χλμ. Πληθυσμός: 3.883.159 (2002) Πρωτεύουσα: Δουβλίνο (495.102 κάτ. το 2002)Νησιωτικό κράτος της βορειοδυτικής Ευρώπης. Καλύπτει τα πέντε έκτα της έκτασης του ομώνυμου νησιού που βρίσκεται στον Βόρειο Ατλαντικό ωκεανό, Δ της Μεγάλης Βρετανίας. Συνορεύει στα ΒΑ με το Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω της γειτνίασης με τη Βόρεια Ιρλανδία. Στα Α βρέχεται από την Ιρλανδική θάλασσα, στα Ν από την Κελτική θάλασσα και στα ΒΔ από τον Βόρειο Ατλαντικό ωκεανό.Η Ι. περιλαμβάνει 26 από τις 32 ιστορικές κομητείες του νησιού, ενώ οι υπόλοιπες της βορειοανατολικής περιοχής ανήκουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, με την ονομασία Όλστερ ή Βόρεια Ιρλανδία.Η Ι. είναι ενιαίο κράτος και διαιρείται στις τέσσερις ιστορικές επαρχίες Kόνοτ, Λένστερ, Mάνστερ, Όλστερ (μέρος της οποίας ανήκει στο Ηνωμένο Βασίλειο), οι οποίες υποδιαιρούνται σε 26 κομητείες (σε παρένθεση η ιρλανδική ονομασία και ο πληθυσμός των κομητειών το 2002): η επαρχία Κόνοτ (Connacht, 464.050) περιλαμβάνει τις κομητείες Γκαλγουέι (Galway, 208.826), Λίτριμ (Leitrim, 25.815), Μέιγιο (Mayo, 117.428), Ροσκόμον (Roscommon, 53.803) και Σλίγκο (Sligo, 58.178)· η επαρχία Λένστερ (Leinster, 2.105.449) περιλαμβάνει τις κομητείες Γουέξφορντ (Wexford, 116.543), Γουέστμεθ (Westmeath, 72.027), Γουίκλο (Wicklow, 114.719), Δουβλίνο (Dublin, 1.122.600), Κάρλο (Carlow, 45.845), Κίλνταρε (Kildare, 163.995), Κίλκενι (Kilkenny, 80.421), Λάις (Laois ή Laoighis, 58.732), Λοθ (Louth, 101.802), Λόνγκφορντ (Longford, 31.127), Μεθ (Meath, 133.936) και Όφαλι (Offaly, 63.702)· η επαρχία Μάνστερ (Munster, 1.101.266) περιλαμβάνει τις κομητείες Γουότερφορντ (Waterford, 101.518), Κλαρ (Clare, 103.333), Κορκ (Cork, 448.181), Κέρι (Kerry, 132.424), Λίμερικ (Limerick, 175.529) και Τιπερέρι (Tipperary, 140.281)· το τμήμα της επαρχίας Όλστερ (Ulster, 246.571) που βρίσκεται στη Δημοκρατία της Ι. περιλαμβάνει τις κομητείες Κέιβαν (Cavan, 56.416), Ντόνιγκολ (Donegal, 137.383) και Μόναγκαν (Monaghan, 52.772).Επίσημες γλώσσες είναι η αγγλική και η γαελική (κελτική). Σχεδόν όλοι μιλούν την αγγλική, ενώ η παραδοσιακή γαελική χρησιμοποιείται από το ένα τρίτο του πληθυσμού. Και οι δύο γλώσσες διδάσκονται υποχρεωτικά σε όλα τα σχολεία, καθώς η κυβέρνηση κάνει προσπάθειες από την εποχή της ανεξαρτησίας για την αναβίωση της γαελικής.Το σύνταγμα δημοσιεύθηκε αρχικά στις 6 Δεκεμβρίου 1922 και τροποποιήθηκε επανειλημμένα, ώστε να απαλειφθούν από αυτό και τα τελευταία ίχνη εξάρτησης από το Ηνωμένο Βασίλειο. Στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από ένα νέο σύνταγμα που άρχισε να ισχύει στις 29 Δεκεμβρίου 1937, ενώ με σχετικό νόμο (1948) η Ι. έπαψε να αποτελεί τμήμα της κοινοπολιτείας από τις 18 Απριλίου 1949. Το σύνταγμα βεβαιώνει την πλήρη κυριαρχία του κράτους καθώς και τον δημοκρατικό του χαρακτήρα: θεωρητικά ισχύει για ολόκληρη την Ι., εννοούμενη γεωγραφικά ως ενότητα, αλλά στην πράξη η ισχύς του περιορίζεται στην επικράτεια της Ελεύθερης Ι. (Eire). Ιδιαίτερη σημασία δίνει ο ιρλανδικός καταστατικός χάρτης στην προστασία των δικαιωμάτων της οικογένειας, η οποία χαρακτηρίζεται ως βασική κοινωνική μονάδα. Επιπλέον η Καθολική Εκκλησία έχει ιδιαίτερα προνόμια ως θεματοφύλακας της πίστης της πλειονότητας του λαού. Ο αρχηγός του κράτους (πρόεδρος) εκλέγεται με άμεση ψηφοφορία για μία επταετία, συγκαλεί και διαλύει το κοινοβούλιο, διορίζει τον πρωθυπουργό και τους δικαστές, διοικεί τις ένοπλες δυνάμεις, υπογράφει και δημοσιεύει νόμους. Στην εκτέλεση των καθηκόντων του περιβάλλεται από το συμβούλιο του κράτους το οποίο έχει συμβουλευτικά καθήκοντα. Ο πρωθυπουργός διορίζεται από τον αρχηγό του κράτους ύστερα από υπόδειξη της Βουλής των Αντιπροσώπων, απέναντι στην οποία είναι υπεύθυνη η κυβέρνηση. Το κοινοβούλιο (Oireachtas) απαρτίζεται από δύο βουλές: τη Βουλή των Αντιπροσώπων (Dail Eireann) με 166 μέλη και τη Γερουσία (Seanad Eireann) με 60 μέλη, τα οποία κατά ένα μέρος διορίζονται από τον πρωθυπουργό και κατά ένα άλλο εκλέγονται από μια επιτροπή, σύμφωνα με την ειδικότητά τους σε ορισμένους τομείς: πολιτιστικό, εργασίας, γεωργίας, βιομηχανίας και εμπορίου κ.ά. Η γερουσία εξετάζει τους νόμους και προτείνει τροποποιήσεις, αλλά δεν έχει εξουσία αρνησικυρίας (βέτο). Με πρόταση της πλειοψηφίας των δύο βουλών, οι νόμοι μπορεί να υποβληθούν σε δημοψήφισμα.Στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 17 Μαΐου 2002 αναδείχθηκε πρωθυπουργός ο Μπέρτι Άχερν, ηγέτης του κόμματος Fianna Fαil. Σημαντικότερα κόμματα στην Ι. είναι, εκτός από το Fianna Fαil, το Fine Gael, το Εργατικό κόμμα και το Sinn Fein.Η δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη στην άσκηση των εξουσιών της. Οι δικαστές διορίζονται από τον πρόεδρο της δημοκρατίας ύστερα από υπόδειξη της κυβέρνησης. Επικεφαλής της δικαστικής εξουσίας είναι το ανώτατο δικαστήριο, το οποίο ελέγχει επίσης και τη συνταγματικότητα των νόμων. Ιεραρχικά, τα δικαστήρια διαβαθμίζονται ως εξής: τοπικά και ανώτερα δικαστήρια (στα πλαίσια των οποίων μπορούν να συσταθούν τα ανώτερα ποινικά δικαστήρια). Το ανώτερο δικαστήριο, το εφετείο και το ίδιο το ανώτατο δικαστήριο είναι δικαστήρια δευτέρου βαθμού σχετικά με τις αποφάσεις των τοπικών δικαστηρίων. Με μοναδική εξαίρεση τις υποθέσεις που εκδικάζονται στα περιφερειακά δικαστήρια, στις ποινικές υποθέσεις ισχύει πάντοτε το ορκωτό σύστημα. Το ιρλανδικό δίκαιο, ακολουθώντας τις βρετανικές παραδόσεις, παρέχει ευρύ περιθώριο στην κατ’ επιείκεια κρίση.Το 91,6% του πληθυσμού είναι καθολικοί, το 2,5% αγγλικανοί (Εκκλησία της Ι.) και το 5,9% ακολουθούν άλλα δόγματα και θρησκείες ή είναι άθεοι. Ο καθολικισμός αποτελεί μέρος της εθνικής ταυτότητας των Ιρλανδών. Η Καθολική Εκκλησία δεν αντιμετωπίζει τη χώρα ως πολιτικά διαιρεμένη. Το ίδιο ισχύει και με την Aγγλικανική Eκκλησία, που έχει την έδρα της στη Βόρεια Ι., στο Aρμά. Η ανεξιθρησκία είναι κατοχυρωμένη από το σύνταγμα, αλλά η Καθολική Εκκλησία κατέχει προνομιακή θέση στην κοινωνική ζωή, ιδίως μέσω των θρησκευτικών οργανώσεων, οι οποίες ασκούν μεγάλη επιρροή, καθώς και των σχολείων.Η στοιχειώδης εκπαίδευση παρέχεται δωρεάν και εξασφαλίζεται από το κράτος. Αντίθετα, από τη μέση εκπαίδευση η παιδεία ελέγχεται κυρίως από θρησκευτικά ιδρύματα. Μόλις από το 1963 το κράτος άρχισε να ιδρύει σε μερικές περιοχές τα πρώτα ελεύθερα σχολεία. Μία από τις κύριες αποστολές των ιρλανδικών σχολείων είναι η προάσπιση και προαγωγή της γαελικής γλώσσας και της πολιτιστικής παράδοσης. Ειδικές σχολές, κολέγια, παρέχουν επαρκή εκπαίδευση στους κατοίκους των γεωργικών ζωνών. Το παλαιότερο πανεπιστήμιο της χώρας είναι το πανεπιστήμιο του Δουβλίνου ή Tρίνιτι Kόλετζ (1592). Το εθνικό πανεπιστήμιο της Ι. (1908) αποτελείται από τέσσερα πανεπιστημιακά κολέγια που εδρεύουν στο Δουβλίνο, στο Κορκ, στο Γκαλγουέι και στο Μάινοθ (Σεντ Πάτρικς Κόλετζ). Υπάρχουν ακόμη τέσσερα αναγνωρισμένα πανεπιστημιακά κολέγια και δύο πανεπιστήμια, το πανεπιστήμιο της πόλης του Δουβλίνου και το πανεπιστήμιο του Λίμερικ.Ανέκαθεν ουδέτερη, η Ι. έμεινε έξω από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, αλλά από το 1945 και έπειτα πήρε ενεργό μέρος, ακόμα και στρατιωτικά, στη διεθνή πολιτική ζωή, κυρίως μέσα στα πλαίσια του ΟΗΕ. Ο ιρλανδικός στρατός βασίζεται στην εθελοντική θητεία, η οποία διαρκεί τουλάχιστον τρία χρόνια. Το σύνολο των ιρλανδικών ενόπλων δυνάμεων (στρατός, ναυτικό, αεροπορία) συγκεντρώνει μόλις 10.000 άτομα όλων των βαθμών.Οι περισσότερες υγειονομικές υπηρεσίες παρέχονται ελεύθερα στα άτομα με χαμηλό εισόδημα. Η δημόσια ασφάλιση και τα προγράμματα παροχών υπάγονται στην αρμοδιότητα του τμήματος κοινωνικής πρόνοιας και συμπεριλαμβάνουν παροχές συντάξεων σε ηλικιωμένους, χήρες και ορφανά, επιδόματα παιδιών, ανεργίας και ανικανότητας. Το 1999 αντιστοιχούσαν σε έναν γιατρό 435 πολίτες. Το 2002 το ποσοστό παιδικής θνησιμότητας ήταν 0,5%, ενώ σύμφωνα με υπολογισμούς του ίδιου έτους το προσδόκιμο ζωής στη χώρα ήταν 77 χρόνια.Η σημερινή νησιωτική περιοχή κάποτε ήταν ενωμένη με τη Μεγάλη Βρετανία και άρχισε να διαμορφώνεται μαζί με αυτήν και με την ηπειρωτική Ευρώπη κατά την παλαιοζωική περίοδο ύστερα από τις καληδόνιες και αρμορικανικές ορεογενετικές πτυχώσεις. Οι πρώτες αφορούσαν τη βορειοδυτική (ανάμεσα στους κόλπους του Γκαλγουέι και του Ντόνιγκολ), τη βόρεια (που αντιστοιχούσε περίπου στο σημερινό Όλστερ) και τη νοτιοανατολική περιοχή (μεταξύ Δουβλίνου και Γουότερφορντ). Οι δεύτερες αφορούσαν τη νότια περιοχή του νησιού, νοτιότερα από μια φανταστική γραμμή που συνέδεε τον κόλπο του Τραλί με το Γουότερφορντ και διάφορους άλλους μεμονωμένους τομείς, οι οποίοι αναδύονταν από την κεντρική πεδιάδα. Η τελευταία αυτή, σχηματισμένη από μια ισχυρή ασβεστώδη διάστρωση, ανάγεται στη λιθανθρακοφόρο περίοδο, όταν μεγάλο μέρος της Ι. κατακλύστηκε από τη θάλασσα. Ανάμεσα στους κυριότερους διαμορφωτικούς παράγοντες της μορφολογίας της Ι. θα πρέπει να αναφερθούν ακόμα οι παγετώνες του πλειστοκαίνου, οι οποίοι κάλυψαν το νησί με απέραντες εκτάσεις πάγων, αλλάζοντας έτσι τη φυσιογνωμία των κοιλάδων (glens) και δημιουργώντας εκείνα τα χαρακτηριστικά μορενικά συστήματα, ευρέως διαδεδομένα στο ιρλανδικό έδαφος και γνωστά με τις ονομασίες eskers και drumlins. Τέλος, η υγρασία του κλίματος και ο αβέβαιος ανάρρους των υδάτων προσδιόρισαν τη μεγάλη έκταση των αποθεμάτων τύρφης, τα οποία καλύπτουν παλαιές λιμναίες και ελώδεις κόγχες μέσα στη λεκάνη του ποταμού Σάνον και στις ζώνες των δυτικών και βορειοανατολικών αναγλύφων.Το κεντρικό τμήμα του νησιού αποτελείται από μια πλατιά, αρχαιότατης καταγωγής και σχεδόν ομοιόμορφη πεδιάδα, περιβαλλόμενη από σχετικά χαμηλά ορεινά ανάγλυφα, ανάμεσα από τα οποία εκτείνεται έως τη θάλασσα. Η αδιάκοπη δράση της μετεωρικής διάβρωσης έχει βλάψει σταδιακά τα ανάγλυφα απογυμνώνοντας σε αρκετά σημεία τη γρανιτένια διάστρωση (ιδίως στα βουνά Γουίκλο) και έχει σκεπάσει τον πυθμένα πολλών κοιλάδων με υλικό αποσπασμένο από πλαγιές. Τα καληδόνια ανάγλυφα, που αντιπροσωπεύουν την άμεση συνέχεια των σκοτσέζικων, στρέφονται από τα ΒΑ προς τα ΝΔ. Διαφορετικός είναι ο προσανατολισμός του μεσημβρινού τμήματος της Ι., αρμορικανικής ορεογένεσης, που παρουσιάζει ακόμα και σήμερα, αν και σε αχνές μορφές, την αρχική δομή των ορεινών ευθυγραμμίσεων, κατευθυνόμενων από Δ προς Α. Τα σύγκλινα είναι καλυμμένα από παχιά ασβεστώδη στρώματα, σχηματισμένα κατά τη διείσδυση της θάλασσας την περίοδο του λιθανθρακοφόρου, ενώ τα αντίκλινα, περισσότερο εκτεθειμένα στη διαβρωτική ενέργεια που έχει αποσπάσει βαθμιαία το ασβεστώδες κάλυμμα, φέρνουν στο φως τους σχιστολιθικούς, χαλαζιτικούς και αμμολιθικούς σχηματισμούς οι οποίοι απαρτίζουν τον σκελετό αυτών των αναγλύφων. Η ψηλότερη κορυφή του νησιού είναι το Kαραντουοχίλ (1.041 μ.), το οποίο έχει διαμορφωθεί από παλιά στρώματα κόκκινου ασβεστόλιθου, στη χερσόνησο Άιβεραχ. Ανάμεσα στις καληδόνιες και στις αρμορικανικές οροσειρές ανοίγεται η κεντρική πεδιάδα, από την οποία υψώνονται λόφοι και βουνά, όχι πολύ εκτεταμένα ούτε αρκετά ψηλά, τα οποία δημιουργήθηκαν κατά την αρμορικανική πτύχωση. Ωστόσο, οι ασβεστόλιθοι αναδύονται σε ζώνες αρκετά περιορισμένες, εκτός από μια λωρίδα στα Β και στα Ν της κολποειδούς εκβολής του Σάνον. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις είναι καλυμμένοι από μορενικούς σχηματισμούς του πλειστοκαίνου, που σε μερικές ζώνες απαρτίζουν ένα αληθινό προσχωσιγενές κάλυμμα, στην αποσύνθεση του οποίου οφείλονται τα ιδιαίτερα εύφορα εδάφη, ενώ σε άλλες ζώνες διαμορφώνονται σχηματισμοί χαρακτηριστικοί των drumlins (σχηματισμοί με ράχη) και των eskers (σχηματισμοί με ζώνη). Η ακτογραφία του νησιού φανερώνει από το ένα μέρος τη γεωλογική του προέλευση, ιδίως στα NΔ, όπου οι χερσόνησοι αντιπροσωπεύουν τα δυτικά άκρα των αρμορικανικών ευθυγραμμίσεων και στα βορινά του Nτόνιγκολ που χαρακτηρίζεται από τον προσανατολισμό των καληδόνιων αναγλύφων. Αντίθετα, αλλού η επάκτια μορφολογία οφείλεται κυρίως στην ποτάμια και παγετωνική διάβρωση και σε μια σχετικά πρόσφατη διείσδυση της θάλασσας στο κάτω μέρος πολλών κοιλάδων, σχηματίζοντας πολυάριθμα φιόρδ, όπως εκείνα του Kάρλινφορντ και του Kίλαρι καθώς και μακρείς μυχούς, όπως εκείνοι του Kορκ, του Kένμαρ και του Nτινγκλ.Η νησιωτική κατάσταση της Ι. και η θέση της κατά μήκος των κυκλωνικών περιοχών του βόρειου Ατλαντικού, που την εκθέτουν ολότελα στους υγρούς και συχνά σφοδρούς ανέμους, προσδιορίζουν το ιρλανδικό κλίμα, ωκεάνιου τύπου, αισθητά πιο υγρό από το κλίμα της Μεγάλης Βρετανίας. Αλλά περισσότερο από την απόλυτη ποσότητα των βροχοπτώσεων, η κατανομή τους στη διάρκεια του έτους είναι εκείνο που χαρακτηρίζει το υγρό και βροχερό κλίμα της χώρας. Στα 3/5 του εδάφους, οι βροχερές ημέρες ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 165 τον χρόνο.Η έντονη και διάχυτη υγρασία, καθώς και οι σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες (περίπου 10°C κατά μέσο ετήσιο όρο) ευνόησαν στο παρελθόν την επέκταση του δάσους των πλατύφυλλων δέντρων και των ενδημικών φυτών της ατλαντικής και κεντρικής Ευρώπης. Αλλά η δράση του ανθρώπου περιόρισε στο ελάχιστο το πρότερο δενδρώδες κάλυμμα. Σήμερα κυριαρχούν οι μεγάλες χλοερές εκτάσεις και οι τυρφώνες που παρέχουν καυσόξυλα, σχετικά φθηνά, εκτός από τον γαιάνθρακα, ιδιαίτερα πολύτιμο σε περιοχές τόσο πολύ αποδασωμένες. Τέλος, οι απέραντοι φυσικοί βοσκότοποι καλύπτουν περισσότερη από τη μισή εδαφική επιφάνεια και ευνοούν εξαιρετικά μία από τις κυριότερες δραστηριότητες της ιρλανδικής οικονομίας, την κτηνοτροφία.Προκειμένου να φτάσουν στη θάλασσα, οι ποταμοί αναγκάζονται να διαγράψουν μακρινές διαδρομές, οι οποίες τελικά τους εξασφαλίζουν μια διέξοδο ανάμεσα από ορεινά περάσματα. Οι μεγαλύτεροι από αυτούς πηγάζουν από την κεντρική πεδιάδα. Εκτός από τον Σάνον (365 χλμ.), τον μεγαλύτερο απ’ όλους, οι κυριότεροι ποταμοί είναι ο Σούιρ, ο Mπάροου και ο Nορ, οι οποίοι διαρρέουν μεγάλο μέρος της νοτιοανατολικής περιοχής της πεδιάδας, ανάμεσα από τα καληδόνια ανάγλυφα των βουνών Γουίκλο και των αρμορικανικών της κομητείας του Kορκ, εκβάλλοντας στο Γουότερφορντ Xάρμπορ· ο Σλάνεϊ, ο οποίος διοχετεύει στο Γουέξφορντ Xάρμπορ τα νερά των δυτικών και μεσημβρινών πλαγιών του βουνού Γουίκλο· ο Λίφεϊ, ο οποίος κατεβαίνει από τα βουνά Γουίκλο και αρδεύει το Δουβλίνο· ο Mπλακγουότερ, ο Λι και ο Mπάντον, οι οποίοι κατηφορίζουν προς τα Α κατά μήκος των παράλληλων κοιλάδων του αρμορικανικού συστήματος και κατόπιν κατευθύνονται προς τη θάλασσα, στρίβοντας απότομα προς τα Ν· ο Mπόιν, ο Mόι και ο Kλερ, οι οποίοι εκβάλλουν αντίστοιχα στην Ιρλανδική θάλασσα και στους κόλπους του Kιλάλα και του Γκολγουέι. Πολυάριθμες είναι και οι λίμνες (που τοπικά παίρνουν την ονομασία λοχ, lough), ανάμεσα στις οποίες σπουδαιότερες είναι οι Άλεν, Pι και Nτεργκ.Αν και το 59% του πληθυσμού διαμένει σε αστικές περιοχές, η Ι. διαθέτει λίγα μεγάλα αστικά κέντρα. Κυριότερες πόλεις της χώρας είναι σήμερα (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 2002, λεπτομέρειες στα αντίστοιχα λήμματα) το Δουβλίνο (495.102), το Κορκ (123.338) και το Λίμερικ (54.058).Το ανατολικό τμήμα αντιπροσώπευε πάντοτε τη ζωτικότερη περιοχή του νησιού, από τη μεσολιθική ακόμα περίοδο. Η πρώτη εποίκιση της περιοχής άρχισε περίπου το 6000 π.Χ. από ψαράδες και κυνηγούς που ήρθαν από τη Σκοτία. Κατά τη νεολιθική και τη χαλκολιθική περίοδο, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή φύλα που προέρχονταν ίσως από την Αρμορική (τη σημερινή Βρετάνη) ή την Ιβηρία και έφεραν στο νησί την καλλιέργεια των δημητριακών και την κτηνοτροφία, ενώ παράλληλα έχτισαν πολυάριθμα μεγαλιθικά μνημεία, από τα οποία διασώθηκαν έως τις μέρες μας πέτρινοι κύκλοι, δεκάδες θολωτοί τάφοι και εκατοντάδες dolmen (ντόλμεν σημαίνει μεγαλιθικά μνημεία). Κατά την 1η χιλιετία π.Χ. οι Κέλτες, προερχόμενοι από τη Μεγάλη Βρετανία, αποβιβάστηκαν (Σκοτσέζοι, Γαλάτες) και κληροδότησαν στους Ιρλανδούς τα σωματικά χαρακτηριστικά και τα ιδιαίτερα πολιτιστικά τους στοιχεία. Από τα τέλη του 8ου αι. μ.Χ. άρχισαν να εισβάλλουν στην Ι. οι Βίκινγκς, οι οποίοι λεηλάτησαν τους θησαυρούς των μοναστηριών της. Από τις καλά οχυρωμένες βάσεις τους προήλθαν αργότερα σχεδόν όλες οι κυριότερες ιρλανδικές πόλεις, όπως το Δουβλίνο, το Κορκ, το Γουότερφορντ, το Γουέξφορντ και το Λίμερικ. Με την εισβολή των Aγγλο-Nορμανδών, τον 12ο αι., άρχισε η πολιτική και οικονομική καθυπόταξη του νησιού στη Μεγάλη Βρετανία, που διήρκεσε ολόκληρους αιώνες και γνώρισε τις οξύτερες φάσεις της την εποχή των Tιδόρ και των Στιούαρτ (16ος-17ος αι.). Το μεγαλύτερο μέρος της ιρλανδικής γης αποσπάστηκε από τους νόμιμους ιδιοκτήτες του και δόθηκε σε λίγες εκατοντάδες Άγγλους ευγενείς (landlords), που νοίκιαζαν τα κτήματα στους Ιρλανδούς χωρικούς και διευκόλυναν την εγκατάσταση στην Ι. Άγγλων και Σκοτσέζων (οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν ιδίως στο Όλστερ). Με την προοδευτική αύξηση του πληθυσμού, η φυσιογνωμία του νησιού άρχισε να μεταβάλλεται: η γεωργία αναπτυσσόταν σε βάρος των δασών και σε πολλά σημεία ιδρύονταν πόλεις που λειτουργούσαν κυρίως ως κέντρα εμπορικών συναλλαγών.Προς το τέλος του 18ου αι. η Ι. αριθμούσε περίπου 4.000.000 κατοίκους και, χάρη στις βελτιωμένες οικονομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν όταν πυκνώθηκαν οι συναλλαγές με τη Μεγάλη Βρετανία, ο πληθυσμός είχε φτάσει στις παραμονές του μεγάλου λιμού (1845-47) σε 8.500.000 κατοίκους. Ο λιμός, που οφειλόταν κυρίως στην καταστροφή της σοδειάς της πατάτας, έδωσε τη χαριστική βολή σε μια ήδη κλονισμένη οικονομία. Περισσότεροι από 700.000 άνθρωποι πέθαναν από την πείνα και αρκετές άλλες εκατοντάδες χιλιάδες έφυγαν για τη Μεγάλη Βρετανία και την Αμερική, εγκαινιάζοντας τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Συνέπεια και ταυτόχρονα αιτία μιας χρόνιας κατάστασης υπανάπτυξης και οικονομικής απομόνωσης, η μετανάστευση, ήδη σημαντική από το δεύτερο μισό του 19ου αι., άρχιζε να αποκτά τον χαρακτήρα ενός ορμητικού και ασυγκράτητου ποταμού. Μόνο από το 1961 και έπειτα διαπιστώθηκε κάποια αύξηση του πληθυσμού που κάλυψε το μόνιμο μειονέκτημα της μεταναστευτικής αφαίμαξης. Η τελευταία, πολύ ασθενέστερη, εξακολουθούσε να τροφοδοτείται από τον πληθυσμό της υπαίθρου και κατευθυνόταν σε μεγάλο ποσοστό προς τη Μεγάλη Βρετανία (80%). Σήμερα η δημογραφική φυσιογνωμία της Ι. δεν παρουσιάζει ομοιογένεια: στην υγρή, ρημαγμένη και αραιοκατοικημένη δυτική περιοχή, με τη σχεδόν αποκλειστική κτηνοτροφία, αντιπαρατίθεται η λιγότερο υγρή και πιο πυκνοκατοικημένη ανατολική ζώνη, με περισσότερο εξελιγμένη γεωργία και βιομηχανία και συχνότερες εμπορικές επαφές με τη Μεγάλη Βρετανία. Και οι καλύτερες οικονομικές συνθήκες σε αυτή τη ζώνη αποτέλεσαν, ακόμα και τον περασμένο αιώνα, ανασχετικό φραγμό στο ισχυρό μεταναστευτικό ρεύμα. Το 2002 η πυκνότητα του πληθυσμού υπολογιζόταν σε περίπου 55 κατ. ανά τ. χλμ. Το αγροτικό τοπίο της Ι. είναι σε μεγάλο βαθμό εκπολιτισμένο. Συχνά αναγνωρίζονται ακόμα και σήμερα, από τη θέση των σπιτιών και την κατανομή των καλλιεργειών, τα ίχνη παλαιών κοινοτικών μορφών. Στο κεντρικό βαθύπεδο, η ευχέρεια των συγκοινωνιών ευνόησε την ανθρώπινη εγκατάσταση. Οι αγροτικές περιοχές, πάντως, αντιμετωπίζουν με καχυποψία ό,τι δεν συνάδει με τις παραδόσεις.Αν και κατά τα τελευταία χρόνια γίνεται λόγος για το ιρλανδικό οικονομικό θαύμα, η οικονομία της χώρας παρουσιαζόταν στα περασμένα χρόνια ιδιαίτερα καθυστερημένη, λόγω της έλλειψης πρώτων υλών και τις σχετικά δυσμενείς συνθήκες που επικράτησαν στο νησί. Μόνο η κτηνοτροφία αποτελούσε αξιόλογη οικονομική δραστηριότητα. Μετά το 1950 σημειώθηκε ανάκαμψη της οικονομίας και περιορίστηκε η εξάρτηση της χώρας από τη Μεγάλη Βρετανία, με μια προοδευτική βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών και ταυτόχρονα συντονισμό των μέτρων βιομηχανικής ανάπτυξης με μια σειρά μεσοπρόθεσμων οικονομικών σχεδίων. Αρχικά θεσπίστηκαν προστατευτικά μέτρα για τη βιομηχανία καθώς και επενδυτικά κίνητρα. Στο σύνολο, τα οικονομικά προγράμματα απέδωσαν λαμπρά αποτελέσματα: ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής πέρασε από το 0,7% της περιόδου 1950-58 στο 4,1% της περιόδου 1958-68 ενώ τη δεκαετία 1970-80 υπήρξε μια μικρή υποχώρηση, όπως άλλωστε και σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Παράλληλα, περιορίστηκε η μετανάστευση και η ανεργία. Η Ι. ήταν από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τα οικονομικά προβλήματα με την εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας (από το 1987) και την επιβολή ενός ειδικού φόρου για την ενίσχυση των μικρών επιχειρήσεων. Η δεκαετία του 1990 άλλαξε ριζικά την ιρλανδική οικονομία προς το καλύτερο με εκπληκτικούς ρυθμούς, έχοντας ως αποτέλεσμα να γίνεται λόγος για τη σμαραγδένια τίγρη, σε αναλογία με τον χαρακτηρισμό ως τίγρεων των ταχύτατα αναπτυσσόμενων οικονομιών της νοτιοανατολικής Ασίας (σμαραγδένιο νησί χαρακτηρίζεται συχνά η Ι. λόγω του καταπράσινου τοπίου). Η ετήσια πραγματική (με την αφαίρεση του πληθωρισμού) αύξηση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) εκτινάχθηκε από το απολύτως ικανοποιητικό 4,4% κατά μέσο όρο στα έτη 1985-93 στο εντυπωσιακό 9% κατά μέσο όρο στα έτη 1994-2000. Παράλληλα, η ανεργία περιορίστηκε από το 14%, σε λιγότερο από 4% και η χώρα, από τόπος αναχώρησης μεταναστών μετατράπηκε σε τόπο προσέλκυσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2001, το ΑΕΠ ήταν 104.700 εκατ. δολ. με ρυθμό ανάπτυξης 5,6% και το κατά κεφαλήν εισόδημα 27.300 δολ. Η ανεργία παρέμεινε χαμηλά στο 4,3% ενώ ο πληθωρισμός έφτασε το σχετικά υψηλό 4,9%, τίμημα της υψηλής ανάπτυξης αλλά και της απώλειας της δυνατότητας άσκησης αυτόνομης νομισματικής πολιτικής, με την ένταξη στο ευρώ, από το 1999. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι ξένες επενδύσεις σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, ιδιαίτερα αμερικανικών επιχειρήσεων, που προσέφεραν θέσεις εργασίας· βέβαια, συνεπάγεται και διαρροή μέρους του ΑΕΠ στο εξωτερικό, με τη μορφή του λεγόμενου επαναπατρισμού κερδών. Η ανάκαμψη της οικονομίας της χώρας αποτυπώνεται και στη σύνθεση της απασχόλησης, καθώς, μέσα σε λίγο περισσότερο από μια δεκαετία, το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού που απασχολείται στη γεωργία περιορίστηκε από το 14% στο 8%, συνεισφέροντας το 4% του ΑΕΠ. Στη βιομηχανία απασχολείται το 28% συνεισφέροντας το 38% του ΑΕΠ και στις υπηρεσίες το 64%, παράγοντας το 58%. Ο τουρισμός αποτελεί επίσης σημαντική πηγή εσόδων για τη χώρα καθώς 6,75 εκατ. επισκέπτες προσέφεραν 2,25 δισ. δολ. στην ιρλανδική οικονομία.Η ιρλανδική γεωργία έχει να αντιμετωπίσει τα μειονεκτήματα δύο ειδών παραγόντων: από το ένα μέρος η χαμηλή γονιμότητα του εδάφους και οι κλιματικές συνθήκες περιορίζουν τις γεωργικές δυνατότητες σε συγκεκριμένη κλίμακα προϊόντων και από το άλλο, οι παραδοσιακές δομές, η ανεπάρκεια αγορών, η έλλειψη των εργατικών χεριών είναι οι βασικές αιτίες της αργής προόδου της παραγωγής. Τις διεξόδους για την αυξημένη παραγωγή πρέπει να τις προσφέρουν οι αγορές εξαγωγής και αυτό επιτεύχθηκε με την εξαφάνιση των τελωνειακών φραγμών που θέτουν οι χώρες της ΕΕ. Το 20% του εδάφους προορίζεται για καλλιέργειες, όπως αυτές της πατάτας, των ζαχαρότευτλων, του λιναριού, των λαχανικών, των οπωρικών και των δημητριακών, ανάμεσα στα οποία την πρώτη θέση κατέχει το κριθάρι και ακολουθούν το σιτάρι και η βρόμη, που κατά ένα μέρος χρησιμοποιούνται ως κτηνοτροφή. Το 2001 η γεωργική παραγωγή της Ι. περιλάμβανε σιτηρά (706.000 τόνοι), κριθάρι (ένα εκατ. τόνοι), ζαχαρότευτλα (δύο εκατ. τόνοι) και πατάτες (500.000 τόνοι). Η καλλιέργεια του ζαχαρότευτλου προωθήθηκε από την κρατική επιχείρηση Irish Sugar Co. που διαθέτει πολλά εργοστάσια ζάχαρης και ενίσχυσε την καλλιέργεια λαχανικών, ενώ διεύρυνε τη δραστηριότητά της σε διάφορες βιομηχανίες τροφίμων και στην αξιοποίηση των ορυχείων τύρφης. Χάρη στη δραστηριότητα που ανέπτυξαν οι αρχές για τη γη (Land Commission), οι μέθοδοι εκμετάλλευσης του εδάφους και το καθεστώς της έγγειας ιδιοκτησίας βελτιώθηκαν, αν και ο κατατεμαχισμός και οι μικρές διαστάσεις των κτημάτων δημιουργούν ακόμα προβλήματα σε μερικές περιοχές. Ο αγροτικός πληθυσμός δεν είναι σωστά κατανεμημένος και παρά τη μετανάστευση προς τα Α, για ιστορικούς και εθνικούς λόγους είναι πυκνότερος στα Δ και στα Β, όπου οι συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος είναι χειρότερες. Στις περιοχές αυτές, απ’ όπου οι νέοι έχουν την τάση να μεταναστεύουν, η γεωργία μένει στα χέρια των καλλιεργητών προχωρημένης ηλικίας, οι οποίοι ενδιαφέρονται ελάχιστα για τις νέες μεθόδους και μένουν προσηλωμένοι σε μια οικονομία που βασίζεται στην αυτοκατανάλωση. Τα τσιφλίκια, που έως τα μισά του 19ου αι. κάλυπταν τα 4/5 του εδάφους και ανήκαν μόνο σε 4.000 γαιοκτήμονες, τεμαχίστηκαν βαθμιαία με μια σειρά μέτρων (Land Acts) που εφαρμόστηκαν από το 1869. Έτσι και το rundale, σύστημα κοινοτικής εκμετάλλευσης του εδάφους, καταργήθηκε προς όφελος ενός αναδασμού που ήταν περισσότερο προσαρμοσμένος στις ανάγκες της νεότερης γεωργίας. Η διανομή του rundale σε πολλά τεμάχια αγροτικού εδάφους, έτσι ώστε κάθε κτηματίας να κατέχει ένα συνεχές τμήμα γης για καλλιέργεια ή για βοσκότοπο, άφησε καταφανή ίχνη στο ιρλανδικό αγροτικό τοπίο, το οποίο χαρακτηρίζεται από μακρές και στενές λωρίδες χωρισμένες από αγκαθωτούς ή πέτρινους φράχτες. Τέλος, λιγοστά είναι τα δάση, που καλύπτουν μόνο το 3% της συνολικής έκτασης της χώρας.Η κτηνοτροφία έχει στη διάθεσή της άφθονους βοσκότοπους (το 52% του συνολικού εδάφους της χώρας). Μεγάλο μέρος των εξαγόμενων προϊόντων αποτελείται από ζώα και κτηνοτροφικά προϊόντα, όπως το γάλα, τα λίπη, το κονσερβοποιημένο κρέας και τα πουλερικά. Το μοσχαρίσιο κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα αποτελούν τη βάση της αγροτικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2001, το κτηνοτροφικό απόθεμα της Ι. περιλάμβανε περίπου 6,46 εκατ. βοοειδή, 1,73 εκατ. χοίρους, 5,13 εκατ. πρόβατα, 13,7 εκατ. πουλερικά και περίπου 70.000 άλογα. Επίσης, περιορισμένο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλιεία που διαθέτει καλά οργανωμένα λιμάνια και κρατικές επιχορηγήσεις. Η ποσότητα των αλιευμάτων (329.500 τόνοι το 1997) φτάνει για να καλύψει απόλυτα τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς και τροφοδοτεί ένα, έστω και περιορισμένο, εξαγωγικό εμπόριο. Τα αλιεύματα αποτελούνται από ρέγκα, μπακαλιάρο, γλώσσα, οστρακοειδή (αστακούς, καραβίδες, γαρίδες) καθώς και μύδια, στρείδια, ενώ στα εσωτερικά νερά (ποτάμια-λίμνες) αλιεύονται σολομός, πέστροφα και χέλι.Νεολιθική περίοδος και αρχαιότητα. Ίχνη ανθρώπων από τη νεολιθική εποχή φανερώνουν ότι η Ι. ήταν κατοικημένη από δασόβιες φυλές. Οι θρύλοι που διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα χρονολογούνται από τον 15ο αι. π.X. και σε πολλά σημεία τους δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική αλήθεια. Μέσα σε αυτούς αναφέρονται επιδρομές ξένων λαών στο νησί, από τις οποίες η πρώτη λέγεται ότι έγινε (1484 π.Χ.) από Έλληνες που αποβιβάστηκαν στον κόλπο Kένμαρ. Αρχηγός τους ήταν ο Παρθολάνος και εικάζεται ότι εγκαταστάθηκαν στη χώρα η οποία σήμερα αποτελεί την κομητεία του Δουβλίνου. Οι άποικοι κυριάρχησαν στο νησί 300 χρόνια και έπειτα εξαφανίστηκαν όλοι σαν να τους έπληξε μια μεγάλη επιδημία. Περίπου το 1154 π.Χ. κατέφθασαν 900 Σκύθες επιδρομείς με αρχηγό κάποιον Nεμίδη. Οι Σκύθες πολέμησαν την πειρατική φυλή των Φομοριανών και τελικά ηττήθηκαν. Ένας από τους Σκύθες, ο Σίμον Mπρεκ, κατέφυγε στην Ελλάδα όπου –καθώς αναφέρει ο θρύλος– οι απόγονοί του πολλαπλασιάστηκαν. Οι Έλληνες τους έδιωξαν, και αυτοί περίπου το 740 π.Χ. επέστρεψαν στην Ι. Αυτοί ακριβώς οι απόγονοι του Mπρεκ, οι Φιρβόλγοι, κατέκτησαν το νησί, το οποίο διαιρέθηκε τότε σε πέντε κράτη. Όμως, δεν είχαν προλάβει να ολοκληρώσουν την εγκατάστασή τους, όταν μια άλλη φυλή, οι Δανάν, που καταγόταν επίσης από τον Mπρεκ, μετανάστευσε από την Ελλάδα στη Σκανδιναβία, όπου κατατρόπωσε την κυρίαρχη φυλή και κατέκτησε το νησί. Σύμφωνα με τον θρύλο, οι Δανάν έμειναν στο νησί μέχρι την επιδρομή μιας νέας φυλής, των γιων του Mιλέντ ή Mιλησίου, μετά από την οποία εγκαταστάθηκαν στην Ι. ειρηνικά οι Πίκτοι από τη Σκοτία. Σήμερα, τίποτε από αυτά δεν έχει απόλυτα εξακριβωθεί και πολύ λιγότερο η ιστορία του Έλληνα κατακτητή Παρθολάνου. Το πιθανότερο είναι ότι οι Φομοριανοί δεν ήταν άλλοι από τους Βίκινγκς. Η πραγματική ιστορία της Ι. άρχισε με την αποβίβαση του επισκόπου Πατρικίου (432 μ.Χ.). Ο ιρλανδικός λαός δέχτηκε πρόθυμα το κήρυγμά του και ο χριστιανισμός γρήγορα διαδόθηκε στη χώρα. Οι Βίκινγκς και η κατάλυση της ανεξαρτησίας. Από τα τέλη του 8ου αι., βόρειοι λαοί (Βίκινγκς, αναφερόμενοι ως Δανοί στις τοπικές πηγές) άρχισαν να κατακτούν το νησί και να το διατρέχουν λεηλατώντας το περίπου επί δύο αιώνες. Οι διάφορες απόπειρες εξέγερσης είχαν μερικές περιορισμένες επιτυχίες, ακόμα και όταν οι τοπικοί βασιλιάδες αλληλομάχονταν. Το 1014 ο Ιρλανδός αρχηγός Mράιαν, αδελφός του ηγεμόνα του Mάνστερ, νίκησε τους εισβολείς στη μάχη του Kλόνταρφ, στην οποία όμως σκοτώθηκε μαζί με τον γιο του. Η επόμενη περίοδος σημαδεύτηκε από συχνούς εμφυλίους πολέμους ανάμεσα στους διάφορους Κέλτες βασιλιάδες. Και ακριβώς, ένας από αυτούς, ο Nτέρμοτ Mακ Mάρο, βασιλιάς του Λένστερ, πολεμώντας εναντίον του ανώτατου βασιλιά Ρόντερικ Ο’ Κόνορ ζήτησε την επέμβαση στο νησί του Ερρίκου Β’ της Αγγλίας. Ο τελευταίος, ο οποίος είχε επιτύχει την ανακήρυξή του ως βασιλιά της Ι. από τον πάπα Αδριανό Δ’, αποβιβάστηκε στο νησί το 1171 και το κυρίευσε δίχως μάχη κηρύσσοντας έτσι το τέλος της ιρλανδικής ανεξαρτησίας. Η αγγλική κυριαρχία. Το 1171 άρχισε η αγγλική κυριαρχία στο νησί. Αργότερα, ο Ιωάννης ο Ακτήμων επιχείρησε να σχηματίσει εκεί μια πολιτική κυβέρνηση. Όταν, όμως, οι Άγγλοι βαρόνοι εξανάγκασαν τον Ιωάννη να παραχωρήσει (1217) τη Μάγκνα Κάρτα, τα σχετικά δικαιώματά τους επεκτάθηκαν (1217) και στις ιρλανδικές κτήσεις και οι ίδιοι ανέκτησαν ένα μέρος από τα κτήματα που είχαν κατασχεθεί και ζήτησαν να θεσπιστεί στην Ι. ένα κοινοβούλιο όμοιο με το αγγλικό. Σε όλη τη διαδρομή του 13ου αι. μαινόταν ο πόλεμος ανάμεσα στους Άγγλους και στις ισχυρές ιρλανδικές οικογένειες, αλλά ο αγώνας για την αποπομπή των Άγγλων δεν ευοδώθηκε. Το 1366 ο αντιβασιλιάς Λάιονελ, δούκας του Κλάρενς, ανίκανος να καταστείλει την ιρλανδική αντίσταση, εξέδωσε τα διατάγματα του Kιλκένι (Kilkenhy, 1366), που περιόριζαν την περιοχή της αγγλικής κυριαρχίας στις κομητείες Λάουθ, Mιδ, Λίτριμ, Δουβλίνου, Kάρλοου, Kιλντέρ, Kιλκένι, Γουέξφορντ και Tιπερέρι, ενώ οι κάτοικοι του υπόλοιπου νησιού κηρύσσονταν εχθροί. Αρχικά, η πολιτική του Λάιονελ παρείχε κάποια ελευθερία στην Ι. δημιουργώντας νέα κράτη υπό την εξουσία τοπικών αρχηγών, ο σπουδαιότερος από τους οποίους, ο Αρτ Mακ Mάρο, βασιλιάς του Λένστερ, δεν δέχτηκε την επικυριαρχία του βασιλιά Ριχάρδου Β’. Για πολλά χρόνια η ιστορία του νησιού αποτέλεσε ιστορία αγώνων ανάμεσα στους Νορμανδούς βαρόνους και στους Ιρλανδούς αρχηγούς. Σταδιακά όμως οι κατακτητές άρχισαν να συγχρωτίζονται με τους Ιρλανδούς και να μιλούν τη γλώσσα τους. Τότε ακριβώς –και για να καταπολεμηθεί αυτή η τάση– ψηφίστηκαν στην Αγγλία αυστηρά νομοθετικά μέτρα. Το 1494 ορίστηκε ότι ο αγγλικός νόμος είχε στην Ι. υποχρεωτική ισχύ, χωρίς όμως να επηρεάσει καθόλου τους ισχυρούς βαρόνους. Μετά από σειρά εξεγέρσεων που σημειώθηκαν κατά τη βασιλεία του Ερρίκου Η’, της Ελισάβετ Α’ και του Καρόλου Α’, κατά την εποχή της κυριαρχίας του Κρόμγουελ η Ι. διαιρέθηκε σε εποικιστικές μερίδες εκτός του Κόνοτ όπου περιορίστηκαν οι Ιρλανδοί, ενώ χιλιάδες γυναικόπαιδα απελάθηκαν στις αμερικανικές κτήσεις της Αγγλίας. Η τύχη της Ι. δεν άλλαξε ούτε μετά την παλινόρθωση των Στιούαρτ, επειδή ο μεν Κάρολος Β’ αναγκάστηκε, για να προσεταιριστεί τους οπαδούς του Kρόμγουελ, να μην τους διώξει από τις γαίες που τους είχαν παραχωρηθεί στην Ι., ο δε Ιάκωβος Β’, που ευνοούσε τον καθολικισμό, ανατράπηκε και στον θρόνο ανήλθε ο Γουλιέλμος Γ’, ο οποίος υπέταξε το νησί και θέσπισε βαρύτερα μέτρα κατά των Ιρλανδών καθολικών. Στα μέτρα αυτά προστέθηκαν η εγκατάλειψη της χώρας από την αριστοκρατία (1691), η καταστροφή της οικονομίας και η κατάρρευση της γαελικής πολιτιστικής παράδοσης. Εξάλλου, όταν ο Γεώργιος Α’ όρισε ότι το κοινοβούλιο του Λονδίνου μπορούσε να νομοθετεί ακόμα και για λογαριασμό της Ι. (1719), το κοινοβούλιο του Δουβλίνου βρέθηκε μονάχα με αντιπροσωπευτική εξουσία. Μόνο στα τέλη του 18ου αι. η Αγγλία βελτίωσε την κατάσταση των Ιρλανδών, οι οποίοι απέκτησαν δικά τους σχολεία (1782), το δικαίωμα να νοικιάζουν γη δίχως περιορισμό στην έκταση (1778), μια νομοθετική αυτονομία (μολονότι δεν είχαν δική τους κυβέρνηση) και τελικά τους παραχωρήθηκε το δικαίωμα ψήφου, αν και ήταν καθολικοί (1793). Αλλά η περίοδος της ευφορίας στάθηκε σύντομη: η Γαλλική επανάσταση αναζωπύρωσε τα παλιά αντιαγγλικά αισθήματα και οι Διαμαρτυρόμενοι, από φόβο μη χάσουν τα προνόμιά τους, υποστήριξαν την ένωση των δύο βασιλείων σε ένα μοναδικό κράτος με ένα μοναδικό κοινοβούλιο, όπως είχε ήδη συμβεί ανάμεσα στην Αγγλία και στη Σκοτία (1707). Η ένωση πραγματοποιήθηκε το 1800, αλλά η πλήρης χειραφέτηση των καθολικών που είχε εξαγγελθεί από τον Άγγλο πρωθυπουργό Πιτ δεν πραγματοποιήθηκε γιατί εναντιώθηκε σε αυτό ο βασιλιάς Γεώργιος Γ’. Τότε, οργανώθηκε νέο επαναστατικό κίνημα από τον Ντάνιελ Ο’ Kόνελ, αρχηγό των καθολικών και βουλευτή (1828) στην αγγλική βουλή, ο οποίος κατόρθωσε να ψηφιστεί ο νόμος για τη χειραφέτηση των καθολικών (1829). Ωστόσο, από οικονομική άποψη η κατάσταση στο νησί παρέμεινε δυσχερής. Μόνη διέξοδος θεωρήθηκε η άρση του νόμου περί ένωσης. Με τον θάνατο του Ο’ Κόνελ (1847) ξέσπασε το κίνημα των Νεοϊρλανδών, το οποίο κατεστάλη όμως, δίχως να πάψουν ποτέ οι Ιρλανδοί να αποβλέπουν στην ανεξαρτησία τους. Το 1858 εμφανίστηκε στην Αμερική το επαναστατικό κίνημα της αδελφότητας των Φενιανών, οι οποίοι μαζί με την κοινοβουλευτική δράση του Τσαρλς Στιούαρτ Πάρνελ και του Mάικλ Nτάβιτ, κατόρθωσε να επιβάλει –με την υποστήριξη του Άγγλου πολιτικού Γκλάντστοουν– νομοθετικά μέτρα περισσότερο ευνοϊκά για την Ι., χωρίς όμως να πετύχει την αυτοδιοίκηση (Home Rule) τόσο το 1886 όσο και το 1893, εξαιτίας της αντίδρασης της Βουλής των Λόρδων. Ένα άλλο κίνημα εχθρικό προς τους Άγγλους (Sinn Fein) γεννήθηκε το 1899, αλλά μόνο το 1911 οι Ιρλανδοί βουλευτές, οι οποίοι συμμάχησαν με τους φιλελευθέρους, κατόρθωσαν να απαγορεύσουν την ανατροπή από τους λόρδους (ο νόμος είχε ψηφιστεί ήδη δύο φορές από τις Κοινότητες). Έτσι, το 1913 ψηφίστηκε η αυτοδιοίκηση, αλλά η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου εμπόδισε την εφαρμογή της. Τα ιρλανδικά ακραία στοιχεία προκάλεσαν το 1916 την έκρηξη μιας βίαιης επανάστασης, η οποία πνίγηκε στο αίμα. Ωστόσο, η εκτέλεση 15 ηγετών της και η προσπάθεια για υποχρεωτική επιστράτευση στην τελευταία φάση του Α’ Παγκοσμίου πολέμου είχε ως αποτέλεσμα να κυριαρχήσει το Sinn Fein στην ιρλανδική πολιτική ζωή. Το 1919 οι Ιρλανδοί βουλευτές απείχαν από το βρετανικό κοινοβούλιο και οργάνωσαν εθνοσυνέλευση στο Δουβλίνο κηρύσσοντας ανεξαρτησία, σχημάτισαν δε κυβέρνηση υπό τον Ίμον ντε Βαλέρα, μοναδικό επιζώντα ηγέτη της εξέγερσης του 1916. Παράλληλα, ο Μάικλ Κόλινς αναδιοργάνωσε τις αντάρτικες δυνάμεις, οι οποίες άρχισαν να ονομάζονται Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός (IRA) αντί Ιρλανδοί Εθελοντές, όπως ήταν αρχικά γνωστοί. Επιθέσεις κατά των βρετανικών δυνάμεων έγιναν την περίοδο 1919-21 με αποκορύφωμα την επιδρομή σε ένα στρατόπεδο της αστυνομίας τον Ιανουάριο του 1920 και την εκτέλεση 13 Βρετανών πρακτόρων στις 21 Νοεμβρίου 1920. Την ίδια ημέρα κυβερνητικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ σε ποδοσφαιρικό γήπεδο σκοτώνοντας 12 ανθρώπους. Η περίοδος της ανεξαρτησίας. Τον Δεκέμβριο του 1920 το νησί διαμελίστηκε καθώς το βρετανικό κοινοβούλιο ψήφισε νόμο με τον οποίο δημιουργήθηκαν δύο ιρλανδικά κοινοβούλια: ένα για τις έξι βορειοανατολικές κομητείες, όπου οι προτεστάντες αποτελούσαν την πλειονότητα αλλά υπήρχε και σημαντικός αριθμός καθολικών, και ένα για τις 26 νότιες κομητείες, όπου ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά καθολικοί. Οι προτεστάντες του βόρειου τμήματος δέχτηκαν τη λύση και εξέλεξαν κοινοβούλιο. Αντίθετα, οι καθολικοί, τόσο στον βορρά όσο και στον νότο, δεν επιθυμούσαν τον διαμελισμό του νησιού. Η θέση του Sinn Fein ενισχύθηκε, αλλά ο ανταρτοπόλεμος έληξε στις 11 Ιουλίου 1921. Έπειτα από διαπραγματεύσεις με επικεφαλής τον Μάικλ Κόλινς και τον Άρθουρ Γκρίφιθ η βρετανική κυβέρνηση δέχτηκε το καθεστώς της κτήσης υπό την κυριαρχία του βρετανικού στέμματος για τις 26 κομητείες με τη μορφή του Ιρλανδικού Ελεύθερου Κράτους, από τον Ιανουάριο του 1922. Εν τω μεταξύ, ένα μέρος του Sinn Fein, υπό την ηγεσία του Ντε Βαλέρα δεν αποδέχθηκε τον συμβιβασμό και κήρυξε τη συνέχιση του αγώνα για την απελευθέρωση όλου του νησιού. Το αποτέλεσμα ήταν το ξέσπασμα εμφυλίου πολέμου διάρκειας έντεκα μηνών, από τον Ιούνιο του 1922 έως τον Απρίλιο του 1923, στη διάρκεια του οποίου δολοφονήθηκε ο Μάικλ Κόλινς. Τελικά, ο Ντε Βαλέρα αποδέχθηκε την κατάσταση και ίδρυσε νέο κόμμα, το Fianna Fail, με το οποίο ορκίστηκε για πρώτη φορά βουλευτής τον Ιούνιο του 1927. Στις επόμενες εκλογές του Φεβρουαρίου 1932, το Fianna Fail κέρδισε αρκετές έδρες και σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας υπό τον Ντε Βαλέρα, η οποία τελικά κυβέρνησε για 16 συνεχόμενα έτη. Το 1937 καταργήθηκε κάθε αναφορά στον Βρετανό μονάρχη καθώς και η θέση του γενικού κυβερνήτη, δηλαδή του εκπροσώπου του βρετανικού στέμματος στην Ι., ενώ θεσπίστηκε η θέση του προέδρου του κράτους, που είχε πλέον πλήρη κυριαρχία μέσα στη Βρετανική κοινοπολιτεία. Μάλιστα, στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου η Ι. παρέμεινε τυπικά ουδέτερη θέλοντας να επιδείξει την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία. Πάντως, σιωπηρά η χώρα συνεργάστηκε με τους Συμμάχους. Το 1949 η Ι. αποσύρθηκε και από την κοινοπολιτεία. Ωστόσο, το ζήτημα του διαμελισμού της Ι. παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα της σύγχρονης εποχής και ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι ένοπλες συγκρούσεις στη Βόρεια Ι. έχουν δώσει ευρύτερες διαστάσεις στο ζήτημα. Από τη δεκαετία του 1970, όταν ορισμένοι Βρετανοί πολιτικοί διατύπωσαν νέες προτάσεις για την επανένωση της Ι., υπήρξαν αυξανόμενες φωνές στη χώρα για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις ώστε να καταργηθούν τα στοιχεία εκείνα της νομοθεσίας τα οποία αντανακλούν τη μεγάλη επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας και τα οποία ενδεχομένως να εμποδίζουν την πολιτική ενοποίηση. Το 1972 η Ι. προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Εν τω μεταξύ, μία προσπάθεια της κυβέρνησης να αλλάξει το εκλογικό σύστημα από αναλογικό σε πλειοψηφικό απέτυχε σε δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε το 1968. Στις εκλογές του 1973 το κόμμα Fianna Fail, το οποίο βρισκόταν στην εξουσία σχεδόν χωρίς διακοπή από το 1932, ηττήθηκε και σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού ανάμεσα στο Fine Gael και στο Eργατικό Kόμμα. Μετά τη δολοφονία του Βρετανού πρεσβευτή στην Ι. από τον ΙΡΑ, τον Ιούλιο του 1976, η ιρλανδική κυβέρνηση επέβαλε αυστηρά μέτρα. Το Fianna Fail κέρδισε τις εκλογές του 1977 και το 1979 ανέλαβε τα ηνία της διακυβέρνησης ο Tσαρλς Xόχι ο οποίος συνέχισε την πολιτική που απέβλεπε σε μια ενωμένη Ι. με αυτονομία για τις έξι βόρειες κομητείες. Το 1981 ανέλαβε επικεφαλής κυβέρνησης συνασπισμού του Fine Gael και του Eργατικού Kόμματος ο Γκάρετ Φιτζέραλντ, τον οποίο διαδέχθηκε σε νέες εκλογές ο Xόχι, ο οποίος στη συνέχεια απέτυχε και έγινε πάλι πρωθυπουργός ο Φιτζέραλντ. Κατά τη διάρκεια του 1986 μια επίμαχη πρόταση της κυβέρνησης για τον τερματισμό της απαγόρευσης των αμβλώσεων (που θα παραβίαζε μια παραδοσιακή αρχή της Καθολικής Εκκλησίας) δεν έγινε δεκτή από τον λαό στο σχετικό δημοψήφισμα και τον επόμενο χρόνο, μετά από μια σειρά αποχωρήσεων, ο κυβερνητικός συνασπισμός κατέρρευσε. Το Fianna Fail σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τον Xόχι, ο οποίος επέβαλε ένα σκληρό πρόγραμμα οικονομικής λιτότητας. Τον Μάιο του 1989, μετά από μια ακόμη κοινοβουλευτική ήττα της κυβέρνησης, διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές και έπειτα από μαραθώνιες διαπραγματεύσεις ο Xόχι ανέλαβε εκ νέου την πρωθυπουργία. Τον Νοέμβριο του 1990 εξελέγη στις προεδρικές εκλογές η Μαίρη Ρόμπινσον, ανεξάρτητη υποψήφια, η οποία υποστηρίχθηκε από το Eργατικό Kόμμα και από το Kόμμα Eργαζομένων (Workers Party). Τον επόμενο χρόνο η κυβέρνηση συγκλονίστηκε από μια σειρά οικονομικών σκανδάλων στα οποία εμπλέκονταν δημόσιοι αξιωματούχοι. Στο εσωτερικό του κόμματός του ο Xόχι δέχτηκε σκληρή αντιπολίτευση, αλλά τελικά επιβίωσε, απομακρύνοντας όλα τα στελέχη που επεδίωκαν την αντικατάστασή του. Ωστόσο, το 1992, πάλι έπειτα από κατηγορίες για παράνομη παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνομιλιών δημοσιογράφων, ο Xόχι αναγκάστηκε να παραιτηθεί και τη θέση του ανέλαβε ο Άλμπερτ Pέινολντς. Οι κατηγορίες για δωροδοκίες και άλλα οικονομικά σκάνδαλα συνεχίζονταν και κατά τις εκλογές του 1992 η χώρα υπέφερε από οικονομικά προβλήματα. Παράλληλα με τις εκλογές, διεξήχθησαν νέα δημοψηφίσματα για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων και τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων εκφράστηκαν θετικά. Από τις εκλογές κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία και έτσι το Fianna Fail και το Eργατικό Kόμμα συγκρότησαν συνασπισμό ο οποίος προώθησε ένα σύνολο κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Τον Νοέμβριο του 1994 σοβαρές διαφωνίες εκδηλώθηκαν στην κυβέρνηση συνασπισμού σχετικά με το ζήτημα της συμπλήρωσης έδρας στο ανώτατο δικαστήριο. Ο Pέινολντς παραδέχθηκε ότι απέκρυψε στοιχεία και έσπευσε να υποβάλει την παραίτησή του, ωστόσο, η επιθυμία όλων των μεγάλων κομμάτων να αποφύγουν τη διεξαγωγή εκλογών οδήγησε σε προσπάθειες για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης συνασπισμού. Τελικά, τον Δεκέμβριο του 1994 ανέλαβε μια νέα κυβέρνηση με επικεφαλής τον Tζον Mπρούτον του Fine Gael και με τη στήριξη του Eργατικού Kόμματος και της Δημοκρατικής Aριστεράς (Democratic Left). Η νέα κυβέρνηση δεσμεύτηκε να συνεχίσει τις προσπάθειες για την εξεύρεση μιας μόνιμης ειρηνικής λύσης στο ζήτημα της Βόρειας Ι. καθώς νέες ελπίδες δημιουργήθηκαν με την κήρυξη εκεχειρίας από την πλευρά του ΙΡΑ ήδη από τον Αύγουστο του 1994. Παρά το καλό κλίμα που αρχικά επικράτησε την επόμενη χρονιά, οι ελπίδες άρχισαν να εξανεμίζονται καθώς η Βρετανία επέμενε στον αφοπλισμό του ΙΡΑ, όρος που απορρίφθηκε από την ηγεσία της οργάνωσης. Τον Ιανουάριο του 1996 ο ΙΡΑ άρχισε ξανά τις βομβιστικές επιθέσεις, ενώ ο Μπρούτον με τον Βρετανό ομόλογό του Τζον Μέιτζορ προσπαθούσαν να προωθήσουν την ειρηνευτική διαδικασία. Απέκλεισαν ωστόσο το Sinn Fein από αυτή, όσο ο ΙΡΑ συνέχιζε τη μαχητική δράση του. Τον Ιούλιο του 1997 ο ΙΡΑ ανακοίνωσε αναστολή της ένοπλης δράσης του και τον Σεπτέμβριο το Sinn Fein άρχισε να παίρνει μέρος στις διαπραγματεύσεις. Πάντως, στις εκλογές που είχαν προηγηθεί τον Ιούνιο, το Fianna Fail κέρδισε και έγινε πρωθυπουργός ο Μπέρτι Άχερν με κυβέρνηση συνασπισμού. Τον Απρίλιο του 1998 υπογράφηκε η συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής που αποτέλεσε μεγάλο βήμα για την ειρήνευση και επικυρώθηκε με δημοψήφισμα τόσο στη Δημοκρατία της Ι. όσο και στη Βόρεια Ι. Τον Ιανουάριο του 1999 η Ι. έγινε ιδρυτικό μέλος της ζώνης του ευρώ εκπληρώνοντας με άνεση όλα τα κριτήρια σύγκλισης της συνθήκης του Μάαστριχτ. Αλλά τον Ιούνιο του 2001 οι Ιρλανδοί απέρριψαν με δημοψήφισμα τη συνθήκη της Νίκαιας για τη διεύρυνση της ΕΕ. Ενάμισι χρόνο αργότερα το εμπόδιο υπερσκελίστηκε με νέο δημοψήφισμα.Μέσα στο πλαίσιο των κελτικών γλωσσών, η ιρλανδική, που εισήχθη στο νησί τον 4ο αι. π.Χ., ανήκει στη γαελική ομάδα, μαζί με την κελτική διάλεκτο της Σκοτίας και του νησιού του Μαν. Η εξέλιξή της ακολούθησε τρία στάδια: αρχαία ιρλανδική (8ος-10ος αι. μ.Χ.), μαρτυρούμενη σε σχόλια και σε σύντομες ποιητικές συνθέσεις, μέση ιρλανδική (11ος-16ος αι.), στην οποία έχουν συνταχθεί τα πρώτα λογοτεχνικά χειρόγραφα, και νεότερη ιρλανδική, από τον Kίτινγκ (17ος αι.) έως τις μέρες μας. Τα πρώτα γλωσσικά τεκμήρια αντιπροσωπεύονται από επιτύμβιες επιγραφές που βρέθηκαν στη νότια Ι., γραμμένες σε χαρακτήρες ogham, γλώσσα που αντιστοιχεί στην αρχαία ιρλανδική και η χρήση της οποίας, τρέχουσα έως τον 17ο αι., διατηρήθηκε για αρκετό καιρό στα επιτύμβια επιγράμματα. Η σταδιακή παρακμή της γαελικής άρχισε την εποχή της αγγλικής κυριαρχίας και συνεχίστηκε με τη Μεταρρύθμιση και την προσάρτηση της Ι. στην Αγγλία. Όμως, στα τέλη του 19ου αι. σημειώθηκε μια επιστροφή στην εθνική γλώσσα και στην πολιτιστική παράδοση με την ίδρυση της Γαελικής Ένωσης. Με την ανακήρυξη του ελεύθερου κράτους, η γαελική αποκαταστάθηκε πλάι στην αγγλική ως επίσημη γλώσσα και το σύνταγμα του 1937 την αναγνώριζε ως εθνική γλώσσα. Σήμερα διδάσκεται υποχρεωτικά σε όλα τα σχολεία και θεωρείται η μητρική γλώσσα περισσότερων από 700.000 ανθρώπων. Το μεσαιωνικό έπος. Η ιρλανδική λογοτεχνία έχει τις ρίζες της στον 7ο αι., όταν παρουσιάστηκαν και τα πρώτα κείμενα. Η περίοδος των εισβολών των Βίκινγκς (8ος-10ος αι.) επέφερε μια αποτελμάτωση στη λογοτεχνική δραστηριότητα, που όμως αναζωπυρώθηκε τον 11ο αι., με τις πρώτες συλλογές τοπικών επικών συνθέσεων σε πεζό λόγο. Η παλαιότερη (1100) είναι το Bιβλίο της Mελαμψής Aγελάδας (Leabhar na huidhre), λαμπρό δείγμα της ιρλανδικής επικής ποίησης. Μεταγενέστερο είναι το Bιβλίο του Λένστερ (Leabhar Laignaech), που αναφέρεται σε γεγονότα του 3ου αι. μ.Χ. Σταδιακά, άρχισαν να γράφονται έργα διδακτικού, μορφωτικού και ιστορικού χαρακτήρα: οι μεγάλες συλλογές χρονικών του 11ου και του 15ου αι. μαρτυρούν το ζωηρό ενδιαφέρον του ιρλανδικού λαού για το παρελθόν του. Ο 13ος αι. είδε να χάνονται οι αυλικοί ποιητές και να εμφανίζονται οι μεγάλες οικογένειες των κληρονομικών βάρδων. Η παρακμή. Με τη βαθμιαία καθυπόταξη της Ι. από την Αγγλία και τη γλωσσική εξάρτηση, η ιρλανδική λογοτεχνία ακολούθησε τις εναλλαγές της αγγλικής λογοτεχνίας. Στην αρχή αυτής της περιόδου τοποθετείται ο ιστορικός Tζόφρεϊ Kίτινγκ (1570;-1646) με το αξιόλογο έργο του Iστορία της Ι. (Forus feasa ar Eirinn, 1634). Τα χρονικά των τεσσάρων δασκάλων (1636) αντιπροσωπεύουν επίσης μέσα στα πλαίσια της μεσαιωνικής παράδοσης τη σπουδαιότερη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την ιστορία του νησιού κατά τον 17ο αι. Στην ίδια περίοδο ανήκουν οι τελευταίοι εκπρόσωποι της παράδοσης των βάρδων, οι πιο αξιόλογοι από τους οποίους είναι ο Tαντγκ Nταλ Ο’ Xούιγκιν (;-1591), ο Πιρς Φέριτερ (απαγχονίστηκε από τον Kρόμγουελ το 1653) και ο Ντέιβιντ Ο’ Mπρούαντερ (;-1698). Στον 18ο αι. ανήκει ο Tάρλοχ Ο’ Kάρολαν (1670-1738), ποιητής και μουσικός, γνωστός ως ο τελευταίος των βάρδων. Έκτοτε, η ποίηση άρχισε να αποκτά ολοένα και περισσότερο λαϊκή φωνή, όπως μαρτυρούν και οι στίχοι του Μπράιαν Mέριμαν (1740-1808), ο οποίος αναβίωσε τη σατιρική παράδοση. Ανάμεσα στους Ιρλανδούς λογοτέχνες που έγραψαν στην αγγλική γλώσσα συγκαταλέγονται ο Tζόναθαν Σουίφτ (1667-1745), που είναι ο δημοφιλής συγγραφέας των Tαξιδιών του Γκιούλιβερ, ο ποιητής, μυθιστοριογράφος και δραματουργός Όλιβερ Γκόλντσμιθ (1728-1774) και ανάμεσα στους φιλοσόφους, οι Έντμουντ Mπερκ (1730-1797) και Τζορτζ Mπέρκλεϊ. Επιπλέον, αξιοσημείωτοι είναι η Μαρία Έντζγουορθ (1767-1849) και ο Τζόζεφ Σέρινταν Λε Φάνι και κυρίως ο ποιητής Τόμας Μουρ (1779-1852) με τις τρυφερές Iρλανδικές Mελωδίες (Irish Melodies). Λογοτεχνική αναγέννηση. Στη λογοτεχνική αναγέννηση κυριάρχησε από τα πρώτα χρόνια του 20ού αι. το θέμα της εθνικής ανεξαρτησίας και του αντιβρετανικού αγώνα, ο οποίος οδήγησε το 1922 στην ίδρυση της Δημοκρατίας της Ι. Εκείνη την περίοδο έκαναν την εμφάνισή τους σημαντικοί συγγραφείς, όπως ο ποιητής Παντράικ Kόλουμ και ο εμπνευσμένος και απολαυστικός Tζέιμς Στέφενς, ενώ τα μυθικά και φανταστικά στοιχεία κέρδισαν έδαφος, χρησιμοποιούμενα με πλήρη λογοτεχνική συνείδηση. Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να αναφερθούν –χάρη σε αυτή τη διαλεκτική φαντασίας-πραγματικότητας, η οποία φαίνεται πλέον ότι αποτελεί τυπικό στοιχείο της νέας ιρλανδικής κουλτούρας– συγγραφείς όπως ο Λίαμ Ο’ Φλάχερτι, ο Σον Ο’ Φαολάιν και ο Φρανκ Ο’ Kόνορ. Στη σύγχρονη εθνική λογοτεχνία συνεισέφερε σημαντικά ο Φλαν Ο’ Mπράιεν, ένας από τους πιο ευφυείς και δηκτικούς διαδόχους του Τζέιμς Τζόις. Ο Φλαν Ο’ Mπράιεν έγραψε διασκεδαστικά διηγήματα στα αγγλικά αλλά και στα γαελικά, με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Myles NagCopaleen. Ήταν τέλειος γνώστης και των δύο γλωσσών, όπως εξάλλου, όσον αφορά τα γαλλικά, και ο Σάμιουελ Mπέκετ (βλ. λ.), ο άλλος μεγάλος συνεχιστής του έργου του Tζόις, ο οποίος επέλεξε την αυτοεξορία. Ωστόσο, τον 20ό αι. δεν έλειψαν οι συγγραφείς που επέλεξαν την ένταξή τους στο κυρίαρχο ρεύμα της βρετανικής λογοτεχνίας, όπως η Ελίζαμπεθ Mπόουεν και η Άιρις Mέρντοχ. Πάντως η αναζωπύρωση του ιρλανδικού ζητήματος τις τελευταίες δεκαετίες έφερε στο προσκήνιο μια αμεσότερη πολιτική ταύτιση με τα εθνικά θέματα και προβλήματα, γεγονός που εξηγεί την επιστροφή πολλών συγγραφέων στη γαελική καθώς και το έντονο κοινωνικό στοιχείο που εμφανίζεται τόσο στο θέατρο όσο και στην πεζογραφία. Μεταξύ των μυθιστοριογράφων ξεχωρίζουν οι Τζον Mακ Γκάχερν, Έντνα Ο’ Mπράιεν, Mπράιαν Mουρ και Τζούλια Ο’ Φαολάιν. Σημαντική άνθηση γνώρισε επίσης η σύγχρονη ιρλανδική ποίηση –έχοντας μεταξύ άλλων να παρουσιάσει τους: Όστιν Κλαρκ, Πάτρικ Kάβανο, Tόμας Kινσέλα και Mπρένταν Kένελι– η οποία επεκτείνεται και στη Βόρειο Ι., όπου προκάλεσε αυτό που ονομάστηκε Αναγέννηση του Όλστερ, με ποιητές όπως ο Σίμους Xίνεϊ. Η ένταση και οι τριβές μεταξύ της Δημοκρατίας της Ι. και της Βόρειας Ι. φαίνεται ότι τροφοδοτούν τον τομέα της λογοτεχνίας με ένα νέο είδος αντίθεσης και, κατά συνέπεια, με λογοτεχνική ζωντάνια. Όμως, μειώνεται σταδιακά η απήχηση της παλαιάς και πλουσιότατης γαελικής παράδοσης από την οποία αντλεί η αγγλόφωνη ιρλανδική λογοτεχνία. Αυτή τη στιγμή φαίνεται να επιβάλλεται η άμεση πραγματικότητα.Απαρχές και πρώιμος Μεσαίωνας. Η Ι. είναι πλούσια σε μαρτυρίες της προϊστορικής εποχής, κυρίως προερχόμενες από τους πολυάριθμους τάφους που ανακαλύφθηκαν ανέπαφοι στη χώρα. Πολυάριθμα είναι τα ντόλμεν (μεγαλιθικά μνημεία από επίπεδο ογκόλιθο, τοποθετημένα πάνω σε όρθιους λίθους), ενώ βρέθηκαν ακόμα μερικοί μεγαλιθικοί ναοί για τη λατρεία του Ήλιου. Μεγάλη ανάπτυξη στην κατεργασία των μετάλλων σημειώθηκε κατά την εποχή του χαλκού. Η ποιότητα των μετάλλινων χειροτεχνημάτων βελτιώθηκε ακόμα περισσότερο κατά την εποχή του σιδήρου. Η χρυσή εποχή της καλλιτεχνικής παραγωγής συμπίπτει με τον εκχριστιανισμό του νησιού από τον άγιο Πατρίκιο (432). Η αρχιτεκτονική δεν παρουσιάζει θεαματικές ιδιομορφίες, ωστόσο τα μοναστήρια 7ου-10ου αι. έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα αισθητή στάθηκε από τον 8ο αι. η επίδραση των Βίκινγκς. Σημαντικό και σταθερό στοιχείο της θρησκευτικής τέχνης του πρώιμου Μεσαίωνα είναι οι σκαλιστοί σταυροί που απαντώνται σε μεγάλο αριθμό στο εσωτερικό των περιβόλων των μοναστηριών ή και έξω από αυτούς ως σημάδια που φανερώνουν τα όρια των κτημάτων. Στα μεταλλικά αντικείμενα διατηρείται η παλιά κελτική τεχνική. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση είναι αξιοσημείωτη η επίδραση των Βίκινγκς. Αλλά η δόξα της ιρλανδικής τέχνης είναι συνυφασμένη με τις μινιατούρες των χειρογράφων· το στιλ τους επηρέασε τις γλωσσικές εξελίξεις πολλών μοναχών-γραφέων, όχι μόνο στις γειτονικές περιοχές αλλά και στην ηπειρωτική Ευρώπη. Λαμπρά δείγματα αυτής της τέχνης, εκτός από τη βιβλιοθήκη του Τρίνιτι Κόλετζ του Δουβλίνου, βρίσκονται στη βιβλιοθήκη της μητρόπολης του Nτάραμ στη βόρεια Αγγλία, στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου, στη μονή του Ζανκτ Γκάλεν στην Ελβετία και στην Αμβροσιανή βιβλιοθήκη του Μιλάνου. Ρομανικός και γοτθικός ρυθμός. Με τη βρετανική κατάκτηση του νησιού, έγινε εντονότερη η διείσδυση νορμανδικών πολιτιστικών επιδράσεων, ειδικότερα στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Ένα πρώτο δείγμα μη ρομανικού ρυθμού στην Ι. είναι το παρεκκλήσι του Kόρμακ στο Kάσελ (1127-34), που φανερώνει καθαρά την επίδραση των νορμανδικών προτύπων, πράγμα που παρατηρείται και σε άλλα κτίσματα της ίδιας περιόδου. Το ίδιο ισχύει και για τις πλαστικές τέχνες. Η ζωγραφική απουσιάζει σχεδόν τελείως, εκτός από κάποια ίχνη νωπογραφιών που είναι ακόμα και σήμερα φανερά στο παρεκκλήσι του Kόρμακ. Το 1142 οι κιστερκιανοί ίδρυσαν την πρώτη έδρα του τάγματός τους στο Monasterboice και πρωτοστάτησαν στη μετάβαση από τη ρομανική στη γοτθική τέχνη εισάγοντας την οξυκόρυφη αψίδα. Ανάμεσα στις πολλές εκκλησίες του πρώτου μισού του 13ου αι. ξεχωρίζουν ο Άγιος Πατρίκιος του Δουβλίνου και η Saint Canice στο Kιλκένι. Κατά το δεύτερο μισό του 13ου αι. χτίστηκαν καθεδρικοί ναοί αγγλικού γοτθικού ρυθμού. Αλλά τα πιο χαρακτηριστικά οικοδομήματα της παρουσίας των Aγγλονορμανδών είναι οι ογκώδεις πύργοι με τους στρογγυλούς πυργίσκους (Kάρλοου, Tριμ, Kάσελ). Τον 15ο αι. εμφανίστηκαν επίσης μερικά δείγματα του διακοσμητικού αγγλικού ρυθμού. Η παρακμή και η Αναγέννηση κατά τον 18ο αι. Τον 15ο αι., στις περιοχές όπου οι αρχαίες τοπικές παραδόσεις ήταν βαθύτερα ριζωμένες (κομητείες Kλαρ, Mένοου, Λίμερικ κλπ.), χτίστηκαν πολλά φραγκισκανικά μοναστήρια, δείγματα μιας ελάσσονος αρχιτεκτονικής. Το σημαντικότερο γεγονός στην ιρλανδική τέχνη, μετά τη μακρά περίοδο παρακμής, οφειλόμενης στην αγγλική κυριαρχία, υπήρξε η μεγαλειώδης ανέγερση κτιρίων στο Δουβλίνο κατά τον 16ο-17ο αι. Αυστηρός κλασικισμός χαρακτήρισε τα κτίρια, από τα οποία τα πιο αξιόλογα είναι το Royal Hospital, χτισμένο πάνω σε σχέδιο του σερ Γουίλιαμ Pόμπινσον, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1684, και το ανάκτορο Four Courts (1786-1802) του Tζέιμς Γκάντεν, το μεγαλύτερο ιρλανδικό κτίριο. Στο Δουβλίνο έδρασαν επίσης ο Tόμας Kούλεϊ και ο Γουίλιαμ Tσάμπερς. Η καταπίεση της χώρας δεν άφηνε ευρύ περιθώριο στην καλλιτεχνική δημιουργία και έτσι οι πιο τολμηροί καλλιτέχνες αναζητούσαν στο Λονδίνο καλύτερες ευκαιρίες. Ανάμεσά τους ήταν ολόκληρη ομάδα από σημαίνοντες προσωπογράφους, από τους οποίους αξίζει να αναφερθούν ιδιαίτερα ο Tσαρλς Tζέρβας, ο Στίβεν Σλότερ και ο Tζέιμς Λάθαμ. Άλλοι ακολούθησαν τον συρμό της τοπιογραφίας (Tζορτζ Mπάρετ και Tζέιμς Άρθουρ Ο’ Kόνορ). Η έλλειψη τοπικής σχολής κατέστησε αναγκαία τη μετάκληση γλυπτών από άλλες χώρες, όπως ο Bαν Nοστ και ο Σάμιουελ Bιερπίλ, για την εκτέλεση επίσημων μνημείων. Μαθητής του τελευταίου ήταν ο Έντουαρντ Σμιθ, ο οποίος κόσμησε με κλασικές προτομές και ανάγλυφά του τα σπουδαιότερα κτίρια του Δουβλίνου. Αλλά και οι γλύπτες Tζον Xόγκαν και Tζον Φόλεϊ φιλοτέχνησαν εξαιρετικά αγάλματα. Τον 18ο αι. παρουσιάστηκε και μια κίνηση στις ελάσσονες τέχνες: στην ξυλογλυπτική, στην αργυροχοΐα, στην υαλουργική.Απαρχές και πρώιμος Μεσαίωνας. Η Ι. είναι πλούσια σε μαρτυρίες της προϊστορικής εποχής, κυρίως προερχόμενες από τους πολυάριθμους τάφους που ανακαλύφθηκαν ανέπαφοι στη χώρα. Πολυάριθμα είναι τα ντόλμεν (μεγαλιθικά μνημεία από επίπεδο ογκόλιθο, τοποθετημένα πάνω σε όρθιους λίθους), ενώ βρέθηκαν ακόμα μερικοί μεγαλιθικοί ναοί για τη λατρεία του Ήλιου. Μεγάλη ανάπτυξη στην κατεργασία των μετάλλων σημειώθηκε κατά την εποχή του χαλκού. Η ποιότητα των μετάλλινων χειροτεχνημάτων βελτιώθηκε ακόμα περισσότερο κατά την εποχή του σιδήρου. Η χρυσή εποχή της καλλιτεχνικής παραγωγής συμπίπτει με τον εκχριστιανισμό του νησιού από τον άγιο Πατρίκιο (432). Η αρχιτεκτονική δεν παρουσιάζει θεαματικές ιδιομορφίες, ωστόσο τα μοναστήρια 7ου-10ου αι. έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα αισθητή στάθηκε από τον 8ο αι. η επίδραση των Βίκινγκς. Σημαντικό και σταθερό στοιχείο της θρησκευτικής τέχνης του πρώιμου Μεσαίωνα είναι οι σκαλιστοί σταυροί που απαντώνται σε μεγάλο αριθμό στο εσωτερικό των περιβόλων των μοναστηριών ή και έξω από αυτούς ως σημάδια που φανερώνουν τα όρια των κτημάτων. Στα μεταλλικά αντικείμενα διατηρείται η παλιά κελτική τεχνική. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση είναι αξιοσημείωτη η επίδραση των Βίκινγκς. Αλλά η δόξα της ιρλανδικής τέχνης είναι συνυφασμένη με τις μινιατούρες των χειρογράφων· το στιλ τους επηρέασε τις γλωσσικές εξελίξεις πολλών μοναχών-γραφέων, όχι μόνο στις γειτονικές περιοχές αλλά και στην ηπειρωτική Ευρώπη. Λαμπρά δείγματα αυτής της τέχνης, εκτός από τη βιβλιοθήκη του Τρίνιτι Κόλετζ του Δουβλίνου, βρίσκονται στη βιβλιοθήκη της μητρόπολης του Nτάραμ στη βόρεια Αγγλία, στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου, στη μονή του Ζανκτ Γκάλεν στην Ελβετία και στην Αμβροσιανή βιβλιοθήκη του Μιλάνου. Ρομανικός και γοτθικός ρυθμός. Με τη βρετανική κατάκτηση του νησιού, έγινε εντονότερη η διείσδυση νορμανδικών πολιτιστικών επιδράσεων, ειδικότερα στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Ένα πρώτο δείγμα μη ρομανικού ρυθμού στην Ι. είναι το παρεκκλήσι του Kόρμακ στο Kάσελ (1127-34), που φανερώνει καθαρά την επίδραση των νορμανδικών προτύπων, πράγμα που παρατηρείται και σε άλλα κτίσματα της ίδιας περιόδου. Το ίδιο ισχύει και για τις πλαστικές τέχνες. Η ζωγραφική απουσιάζει σχεδόν τελείως, εκτός από κάποια ίχνη νωπογραφιών που είναι ακόμα και σήμερα φανερά στο παρεκκλήσι του Kόρμακ. Το 1142 οι κιστερκιανοί ίδρυσαν την πρώτη έδρα του τάγματός τους στο Monasterboice και πρωτοστάτησαν στη μετάβαση από τη ρομανική στη γοτθική τέχνη εισάγοντας την οξυκόρυφη αψίδα. Ανάμεσα στις πολλές εκκλησίες του πρώτου μισού του 13ου αι. ξεχωρίζουν ο Άγιος Πατρίκιος του Δουβλίνου και η Saint Canice στο Kιλκένι. Κατά το δεύτερο μισό του 13ου αι. χτίστηκαν καθεδρικοί ναοί αγγλικού γοτθικού ρυθμού. Αλλά τα πιο χαρακτηριστικά οικοδομήματα της παρουσίας των Aγγλονορμανδών είναι οι ογκώδεις πύργοι με τους στρογγυλούς πυργίσκους (Kάρλοου, Tριμ, Kάσελ). Τον 15ο αι. εμφανίστηκαν επίσης μερικά δείγματα του διακοσμητικού αγγλικού ρυθμού. Η παρακμή και η Αναγέννηση κατά τον 18ο αι. Τον 15ο αι., στις περιοχές όπου οι αρχαίες τοπικές παραδόσεις ήταν βαθύτερα ριζωμένες (κομητείες Kλαρ, Mένοου, Λίμερικ κλπ.), χτίστηκαν πολλά φραγκισκανικά μοναστήρια, δείγματα μιας ελάσσονος αρχιτεκτονικής. Το σημαντικότερο γεγονός στην ιρλανδική τέχνη, μετά τη μακρά περίοδο παρακμής, οφειλόμενης στην αγγλική κυριαρχία, υπήρξε η μεγαλειώδης ανέγερση κτιρίων στο Δουβλίνο κατά τον 16ο-17ο αι. Αυστηρός κλασικισμός χαρακτήρισε τα κτίρια, από τα οποία τα πιο αξιόλογα είναι το Royal Hospital, χτισμένο πάνω σε σχέδιο του σερ Γουίλιαμ Pόμπινσον, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1684, και το ανάκτορο Four Courts (1786-1802) του Tζέιμς Γκάντεν, το μεγαλύτερο ιρλανδικό κτίριο. Στο Δουβλίνο έδρασαν επίσης ο Tόμας Kούλεϊ και ο Γουίλιαμ Tσάμπερς. Η καταπίεση της χώρας δεν άφηνε ευρύ περιθώριο στην καλλιτεχνική δημιουργία και έτσι οι πιο τολμηροί καλλιτέχνες αναζητούσαν στο Λονδίνο καλύτερες ευκαιρίες. Ανάμεσά τους ήταν ολόκληρη ομάδα από σημαίνοντες προσωπογράφους, από τους οποίους αξίζει να αναφερθούν ιδιαίτερα ο Tσαρλς Tζέρβας, ο Στίβεν Σλότερ και ο Tζέιμς Λάθαμ. Άλλοι ακολούθησαν τον συρμό της τοπιογραφίας (Tζορτζ Mπάρετ και Tζέιμς Άρθουρ Ο’ Kόνορ). Η έλλειψη τοπικής σχολής κατέστησε αναγκαία τη μετάκληση γλυπτών από άλλες χώρες, όπως ο Bαν Nοστ και ο Σάμιουελ Bιερπίλ, για την εκτέλεση επίσημων μνημείων. Μαθητής του τελευταίου ήταν ο Έντουαρντ Σμιθ, ο οποίος κόσμησε με κλασικές προτομές και ανάγλυφά του τα σπουδαιότερα κτίρια του Δουβλίνου. Αλλά και οι γλύπτες Tζον Xόγκαν και Tζον Φόλεϊ φιλοτέχνησαν εξαιρετικά αγάλματα. Τον 18ο αι. παρουσιάστηκε και μια κίνηση στις ελάσσονες τέχνες: στην ξυλογλυπτική, στην αργυροχοΐα, στην υαλουργική.Απαρχές και πρώιμος Μεσαίωνας. Η Ι. είναι πλούσια σε μαρτυρίες της προϊστορικής εποχής, κυρίως προερχόμενες από τους πολυάριθμους τάφους που ανακαλύφθηκαν ανέπαφοι στη χώρα. Πολυάριθμα είναι τα ντόλμεν (μεγαλιθικά μνημεία από επίπεδο ογκόλιθο, τοποθετημένα πάνω σε όρθιους λίθους), ενώ βρέθηκαν ακόμα μερικοί μεγαλιθικοί ναοί για τη λατρεία του Ήλιου. Μεγάλη ανάπτυξη στην κατεργασία των μετάλλων σημειώθηκε κατά την εποχή του χαλκού. Η ποιότητα των μετάλλινων χειροτεχνημάτων βελτιώθηκε ακόμα περισσότερο κατά την εποχή του σιδήρου. Η χρυσή εποχή της καλλιτεχνικής παραγωγής συμπίπτει με τον εκχριστιανισμό του νησιού από τον άγιο Πατρίκιο (432). Η αρχιτεκτονική δεν παρουσιάζει θεαματικές ιδιομορφίες, ωστόσο τα μοναστήρια 7ου-10ου αι. έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα αισθητή στάθηκε από τον 8ο αι. η επίδραση των Βίκινγκς. Σημαντικό και σταθερό στοιχείο της θρησκευτικής τέχνης του πρώιμου Μεσαίωνα είναι οι σκαλιστοί σταυροί που απαντώνται σε μεγάλο αριθμό στο εσωτερικό των περιβόλων των μοναστηριών ή και έξω από αυτούς ως σημάδια που φανερώνουν τα όρια των κτημάτων. Στα μεταλλικά αντικείμενα διατηρείται η παλιά κελτική τεχνική. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση είναι αξιοσημείωτη η επίδραση των Βίκινγκς. Αλλά η δόξα της ιρλανδικής τέχνης είναι συνυφασμένη με τις μινιατούρες των χειρογράφων· το στιλ τους επηρέασε τις γλωσσικές εξελίξεις πολλών μοναχών-γραφέων, όχι μόνο στις γειτονικές περιοχές αλλά και στην ηπειρωτική Ευρώπη. Λαμπρά δείγματα αυτής της τέχνης, εκτός από τη βιβλιοθήκη του Τρίνιτι Κόλετζ του Δουβλίνου, βρίσκονται στη βιβλιοθήκη της μητρόπολης του Nτάραμ στη βόρεια Αγγλία, στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου, στη μονή του Ζανκτ Γκάλεν στην Ελβετία και στην Αμβροσιανή βιβλιοθήκη του Μιλάνου. Ρομανικός και γοτθικός ρυθμός. Με τη βρετανική κατάκτηση του νησιού, έγινε εντονότερη η διείσδυση νορμανδικών πολιτιστικών επιδράσεων, ειδικότερα στον τομέα της αρχιτεκτονικής. Ένα πρώτο δείγμα μη ρομανικού ρυθμού στην Ι. είναι το παρεκκλήσι του Kόρμακ στο Kάσελ (1127-34), που φανερώνει καθαρά την επίδραση των νορμανδικών προτύπων, πράγμα που παρατηρείται και σε άλλα κτίσματα της ίδιας περιόδου. Το ίδιο ισχύει και για τις πλαστικές τέχνες. Η ζωγραφική απουσιάζει σχεδόν τελείως, εκτός από κάποια ίχνη νωπογραφιών που είναι ακόμα και σήμερα φανερά στο παρεκκλήσι του Kόρμακ. Το 1142 οι κιστερκιανοί ίδρυσαν την πρώτη έδρα του τάγματός τους στο Monasterboice και πρωτοστάτησαν στη μετάβαση από τη ρομανική στη γοτθική τέχνη εισάγοντας την οξυκόρυφη αψίδα. Ανάμεσα στις πολλές εκκλησίες του πρώτου μισού του 13ου αι. ξεχωρίζουν ο Άγιος Πατρίκιος του Δουβλίνου και η Saint Canice στο Kιλκένι. Κατά το δεύτερο μισό του 13ου αι. χτίστηκαν καθεδρικοί ναοί αγγλικού γοτθικού ρυθμού. Αλλά τα πιο χαρακτηριστικά οικοδομήματα της παρουσίας των Aγγλονορμανδών είναι οι ογκώδεις πύργοι με τους στρογγυλούς πυργίσκους (Kάρλοου, Tριμ, Kάσελ). Τον 15ο αι. εμφανίστηκαν επίσης μερικά δείγματα του διακοσμητικού αγγλικού ρυθμού. Η παρακμή και η Αναγέννηση κατά τον 18ο αι. Τον 15ο αι., στις περιοχές όπου οι αρχαίες τοπικές παραδόσεις ήταν βαθύτερα ριζωμένες (κομητείες Kλαρ, Mένοου, Λίμερικ κλπ.), χτίστηκαν πολλά φραγκισκανικά μοναστήρια, δείγματα μιας ελάσσονος αρχιτεκτονικής. Το σημαντικότερο γεγονός στην ιρλανδική τέχνη, μετά τη μακρά περίοδο παρακμής, οφειλόμενης στην αγγλική κυριαρχία, υπήρξε η μεγαλειώδης ανέγερση κτιρίων στο Δουβλίνο κατά τον 16ο-17ο αι. Αυστηρός κλασικισμός χαρακτήρισε τα κτίρια, από τα οποία τα πιο αξιόλογα είναι το Royal Hospital, χτισμένο πάνω σε σχέδιο του σερ Γουίλιαμ Pόμπινσον, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1684, και το ανάκτορο Four Courts (1786-1802) του Tζέιμς Γκάντεν, το μεγαλύτερο ιρλανδικό κτίριο. Στο Δουβλίνο έδρασαν επίσης ο Tόμας Kούλεϊ και ο Γουίλιαμ Tσάμπερς. Η καταπίεση της χώρας δεν άφηνε ευρύ περιθώριο στην καλλιτεχνική δημιουργία και έτσι οι πιο τολμηροί καλλιτέχνες αναζητούσαν στο Λονδίνο καλύτερες ευκαιρίες. Ανάμεσά τους ήταν ολόκληρη ομάδα από σημαίνοντες προσωπογράφους, από τους οποίους αξίζει να αναφερθούν ιδιαίτερα ο Tσαρλς Tζέρβας, ο Στίβεν Σλότερ και ο Tζέιμς Λάθαμ. Άλλοι ακολούθησαν τον συρμό της τοπιογραφίας (Tζορτζ Mπάρετ και Tζέιμς Άρθουρ Ο’ Kόνορ). Η έλλειψη τοπικής σχολής κατέστησε αναγκαία τη μετάκληση γλυπτών από άλλες χώρες, όπως ο Bαν Nοστ και ο Σάμιουελ Bιερπίλ, για την εκτέλεση επίσημων μνημείων. Μαθητής του τελευταίου ήταν ο Έντουαρντ Σμιθ, ο οποίος κόσμησε με κλασικές προτομές και ανάγλυφά του τα σπουδαιότερα κτίρια του Δουβλίνου. Αλλά και οι γλύπτες Tζον Xόγκαν και Tζον Φόλεϊ φιλοτέχνησαν εξαιρετικά αγάλματα. Τον 18ο αι. παρουσιάστηκε και μια κίνηση στις ελάσσονες τέχνες: στην ξυλογλυπτική, στην αργυροχοΐα, στην υαλουργική.Ο 19ος αι. και τα νέα ρεύματα. Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. επικράτησε ο νεοκλασικός ρυθμός. Στον αρχιτέκτονα Φράνσις Tζόνστον οφείλονται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και πολλά άλλα αξιόλογα έργα. Μετά τη χειραφέτηση των καθολικών (1829) οικοδομήθηκαν πολυάριθμες καθολικές εκκλησίες. Δύο σημαντικές προσωπικότητες δεσπόζουν στην ιρλανδική αρχιτεκτονική του 20ού αι.: ο Nτέσμοντ Φιτζέραλντ, δημιουργός του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού του Δουβλίνου (1937-41), και ο Μάικλ Σκοτ, στον οποίο οφείλεται ο κεντρικός σταθμός λεωφορείων του Δουβλίνου (1949-52). Στη ζωγραφική, η μεγαλύτερη ώθηση δόθηκε από τους Γιτς, μια οικογένεια με καλλιτεχνική παράδοση. Ξεχωριστή είναι η μορφή του Mπάτλερ Γιτς, τοπιογράφου αλλά και ηρωικού αγωνιστή της ιρλανδικής ανεξαρτησίας. Η νατουραλιστική σχολή εκπροσωπείται από άλλους ταλαντούχους ζωγράφους, όπως ο Πολ Χένρι και ο Τζον Kίτινγκ.Το ιρλανδικό πνεύμα από τα τέλη του 17ου αι., βρήκε τη σωστή του έκφραση στο θέατρο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι μεγάλοι θεατρικοί συγγραφείς και ιδιαίτερα οι κωμωδιογράφοι της αγγλικής παράδοσης, με μόνη εμφανή εξαίρεση τον Mπεν Tζόνσον, υπήρξαν Ιρλανδοί. Ανάμεσα στους συγγραφείς της Παλινόρθωσης συμπεριλαμβάνεται ο Τζορτζ Φάρκιουαρ και ο Γουίλιαμ Kόνγκριβ, ο οποίος γεννήθηκε μεν στην Αγγλία αλλά μεγάλωσε στην Ι. (με τον οποίο η αγγλική κωμωδία έφτασε στην τελειότητά της). Ανάμεσα στους συγγραφείς του 18ου αι. ξεχώρισαν ο Όλιβερ Γκόλντσμιθ και ο Ρίτσαρντ Mπρίνσλεϊ Σέρινταν. Στα τέλη του 19ου αι. το κωμικό πνεύμα ξαναζωντάνεψε τη ναρκωμένη μακρά παράδοση, χάρη στους δύο μεγάλους Ιρλανδούς, τον Όσκαρ Γουάιλντ (βλ. λ.) και τον Τζορτζ Mπέρναρντ Σο (βλ. λ.). Ένας τύπος θεάτρου, δεμένος γλωσσικά με το ιρλανδικό περιβάλλον, υπήρξε εκείνος που προωθήθηκε ανάμεσα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. από τη λαίδη Αυγούστα Γκρέγκορι στο Abbey Theatre του Δουβλίνου. Εκτός από την ίδια τη λαίδη Γκρέγκορι, είναι αξιομνημόνευτοι τρεις τουλάχιστον δραματουργοί: ο Τζον Mίλινγκτον Σινγκ (1871-1909), περίφημος κυρίως για τους Kαβαλάρηδες της θάλασσας (Riders to the sea, 1904) και τον Θεατρίνο του Δυτικού Kόσμου (The playboy of the Western World, 1907)· ο Γουίλιαμ Mπάτλερ Γιτς (1865-1939), ο οποίος με τα έργα του Η Κόμισσα Kάθλιν (1892) και Deirdre (1907) προσέφερε δύο από τα πιο δυνατά κείμενα του ποιητικού θεάτρου που κλείνει μέσα της η αγγλική παράδοση· τέλος, ο Τζορτζ Γουίλιαμ Ράσελ, γνωστότερος με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Α.Ε. Τελευταίος στη σειρά των Ιρλανδών δραματουργών, οι οποίοι με κάποιο τρόπο αναφέρονταν στο πρόγραμμα της λαίδης Γκρέγκορι, ήταν ο Σιν Ο’ Kέιζι (1880-1964), συγγραφέας δύο δραμάτων με κοινωνικό περιεχόμενο: Η Ήρα και το Παγόνι (Juno and the Paycock, 1925) και Το άροτρο και τα αστέρια (The Plough and the Stars, 1926).Οι πρώτες κινηματογραφικές ταινίες προβλήθηκαν στην Ι. το 1896, σε μια εποχή που η χώρα ανήκε ακόμη στη Μεγάλη Βρετανία. Αρχικά προβάλλονταν στα μιούζικ χολ, έως το 1909, οπότε άρχισαν να λειτουργούν οι πρώτες κινηματογραφικές αίθουσες. Οι πρώτες ιρλανδικές ταινίες γυρίζονταν από ξένους, κυρίως Άγγλους· για παράδειγμα, το πρώτο ιρλανδικό ντοκιμαντέρ γυρίστηκε από τον Άγγλο Ρόμπερτ Πολ (A Cattle Drive in Galway, 1908). Ο Ιρλανδοκαναδός Σίντνεϊ Όλκοτ, ο οποίος εργαζόταν για αμερικανική εταιρεία, γύρισε δεκάδες ταινίες σε εξωτερικούς χώρους στην Ι. Στην περίοδο του μεσοπολέμου, και ιδιαίτερα μετά την ανεξαρτησία της Ι., η εθνική παραγωγή ήταν λιγοστή και σκόρπια και αυτό εξαιτίας του ξένου ανταγωνισμού, της έλλειψης πόρων αλλά και της κρατικής υποστήριξης. Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ξένοι σκηνοθέτες, συχνά ιρλανδικής καταγωγής, επισκέπτονταν την Ι. για να γυρίσουν τις ταινίες τους. Ανάμεσά τους ο Τζον Φορντ (Ένας ήσυχος άνθρωπος – The Quiet Man), ο Τέι Γκάνετς (The Night Fighters), ο Tζόζεφ Στρικ (που μετέφερε στον κινηματογράφο τον Oδυσσέα – Ulysses του Τζέιμς Tζόις), ο Ντέιβιντ Λιν (Η κόρη του Pάιαν – Ryan’s Daughter), ο Τζον Χιούστον (Περίπατος με τον έρωτα και τον θάνατο – Α Walk with Love and Death). Ωστόσο, στη δεκαετία του 1980, Ιρλανδοί σκηνοθέτες άρχισαν να γυρίζουν ταινίες στην πατρίδα τους με θέματα εξ ολοκλήρου ιρλανδικά (είτε πολιτικά, είτε κοινωνικά) προσδίδοντας παγκόσμια φήμη στον ιρλανδικό κινηματογράφο. Ο Πατ Ο’ Kόνορ με την ταινία Kαλ (Cal, 1984), ερωτική ιστορία με φόντο τη δράση του IΡA στη Βόρεια Ι., ο Νιλ Τζόρνταν με τις ταινίες Mόνα Λίζα (Mona Lisa, 1986) και Το παιχνίδι των λυγμών (The Crying Game, 1992), ερωτικό αστυνομικό θρίλερ όπου το πρώτο μέρος αναφέρεται στη δράση του IΡA, ο Τζιμ Σέρινταν με τις ταινίες Το αριστερό μου πόδι (My Left Foot, 1989), με τον Nτάνιελ Nτέι Λούις και την Mπρέντα Φρίκερ που απέσπασαν Όσκαρ για τις συγκινητικές ερμηνείες τους, Το χωράφι (The Field, 1990) και Εις το όνομα του πατρός (In the Name of the Father, 1993), η αληθινή, συγκλονιστική ιστορία τεσσάρων αθώων νεαρών που συλλαμβάνονται και καταδικάζονται για τρομοκρατικές ενέργειες του IΡA, που κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου. Στη διάσωση του ιρλανδικού κινηματογράφου συνέβαλαν και ηθοποιοί όπως ο Ντάνιελ Ντέι Λούις, η Mπρέντα Φρίκερ, ο Γκάμπριελ Mπερν καθώς και τα φεστιβάλ του Kορκ (δεκαετία του 1950) και του Δουβλίνου (1985). Τη δεκαετία του 1990 ιδρύθηκε η πρώτη σχολή κινηματογράφου καθώς και το κέντρο ιρλανδικού κινηματογράφου, για την ενίσχυση και την προώθηση της εθνικής κινηματογραφίας, ενώ η κυβέρνηση ανήγγειλε μια γενναία οικονομική ενίσχυση για την παραγωγή ταινιών. Επιπλέον, πρόσφατα, Άγγλοι σκηνοθέτες, όπως ο Άλαν Πάρκερ και ο Στίβεν Φρίαρς, γύρισαν στην Ι. εμπορικά επιτυχημένες ταινίες με βάση την τριλογία του Ιρλανδού συγγραφέα Pόντι Nτόιλ: The Commitments (1991) σε σκηνοθεσία του Πάρκερ και Το πιτσιρίκι (The Snapper, 1993) και Η καντίνα (The Van, 1996) σε σκηνοθεσία του Φρίαρς.Στην Ι. δεν υπήρξε αυτόνομη παράδοση έντεχνης μουσικής. Από τον 18ο αι. και έπειτα η ιστορία της μουσικής του νησιού συμπίπτει με την αγγλική, με επικράτηση της τελευταίας. Και σε αυτή την ιστορία εντάσσεται επίσης η μεγαλειώδης επιτυχία του Μεσσία του Χέντελ, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Δουβλίνο το 1742. Στις αρχές του 19ου αι. έκανε την εμφάνισή της μια χαρακτηριστική μουσική μορφή, ο Τζον Φιλντ (1782–1837), δημιουργός ενός είδους σύνθεσης για πιάνο, που τελειοποίησε αργότερα ο Σοπέν: του notturno. Αρκετοί συνθέτες που θεωρούνταν Άγγλοι στην πραγματικότητα ήταν Ιρλανδοί· για παράδειγμα, ο Γουίλιαμ Mπαλφ (1808-1870), συνθέτης μελοδραμάτων. Αντίθετα, πιο ευκρινής και πιο ενδιαφέρουσα είναι η φολκλορική μουσική. Πολυάριθμα ιρλανδικά τραγούδια (από τα οποία τα πιο αξιόλογα είναι εκείνα του τυφλού ποιητή και συνθέτη Tάρλοχ Ο’ Kάρολαν) δημοσιεύθηκαν (1808-34) από τον ποιητή Τόμας Μουρ, ενώ μια άλλη συστηματική συλλογή είχε αρχίσει να δημοσιεύεται από τα μέσα του ίδιου αιώνα. Η ιρλανδική λαϊκή μουσική αναπτύχθηκε στα πλαίσια μιας μεγάλης παράδοσης κυρίως πατριωτικών τραγουδιών που στηρίχθηκαν σε τοπικές μελωδίες. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται αφενός μια προσκόλληση στη βρετανική ποπ μουσική, αντίγραφα της οποίας παράγονται και στην Ι., και αφετέρου μια τάση για ανάδειξη των λαϊκών ιρλανδικών μουσικών στοιχείων μέσω της ποπ· πρωτοπόρος υπήρξε ο Βορειοϊρλανδός Βαν Μόρισον, ενώ σημαντική συμβολή είχαν συγκροτήματα όπως οι Chieftains και οι Pogues. Πάντως, οι πιο διάσημοι Ιρλανδοί στον χώρο της μουσικής είναι αναμφίβολα οι Δουβλινέζοι U2.Νησιά Άραν. Η Ι. είναι σε θέση ακόμα και σήμερα να προσφέρει στον εαυτό της ένα κομμάτι γης όπου ο χρόνος έμεινε ακίνητος και τα έθιμα του αρχαίου τοπικού πολιτισμού παρέμειναν ανέπαφα: πρόκειται για τα τρία νησιά Άραν (Iνισμόρ, Iνισμάν και Iνισέρ). Ο άνθρωπος του Άραν ασχολείται πρωταρχικά με το ψάρεμα, αλλά οι δραστηριότητές του είναι πολλαπλές και με μια έννοια είναι το πρότυπο ολοκληρωμένου και αυτάρκους ανθρώπου: φτωχός, σε διαρκή πάλη με τη φύση, αλλά ολότελα ενσωματωμένος στον κόσμο που τον περιβάλλει. Ζει σε καλύβες με αχυροσκεπές, είναι χτίστης, ξυλουργός, καλλιεργεί με μεγάλο ζήλο μικρά κομμάτια γης, η οποία είναι κατά κανόνα άγονη. Ψυχαγωγία. Πάντοτε πρόθυμοι να διατηρήσουν ζωντανά τα ιδιαίτερα εθνικά τους χαρακτηριστικά, οι Ιρλανδοί διαφέρουν από τους Άγγλους και αναφορικά με τα σπορ. Τα δύο πιο διαδεδομένα σπορ είναι το ποδόσφαιρο και το hurley (ιρλανδική παραλλαγή του χόκεϊ), το οποίο κατά την παράδοση επινόησε ο ήρωας Φιν (Finn). Απαγορεύτηκε σε διάφορες εποχές, από τους εισβολείς Nορμανδούς και από τους Άγγλους, γιατί τα μπαστούνια που χρησιμοποιούνται για το χτύπημα της μπάλας μπορούσαν να μετατραπούν με εξαιρετική ευκολία σε ισχυρά αμυντικά όπλα.Οι κελτικές και χριστιανικές παραδόσεις. Το πιο ζωντανό και αυθεντικό κέντρο της κελτικής παράδοσης βρίσκεται στην Ι. Η βάση της προχριστιανικής ιρλανδικής κοινωνίας ήταν η οικογενειακή κοινότητα (fine), σύμβολο νομικής σταθερότητας. Μια fine κατοικούσε σε πέτρινο στρογγυλό χαμόσπιτο. Πολλές μονάδες μαζί αμύνονταν μέσα από οχυρώσεις, πάντοτε πέτρινες, όπως τα duns και τα raths, ερείπια των οποίων διατηρούνται ακόμα και σήμερα. Ανάμεσα στις fines, οι οποίες ενώνονταν με επιμειξίες, σχηματιζόταν μια ανώτερη ένωση, το thuarth (κάτι ανάμεσα στη φυλή και στο σόι). Αυτός ο λαός των βοσκών και των κυνηγών τελούσε υπό την επιρροή τόσο των δρυΐδων όσο και των βάρδων, των ποιητών, των οποίων η παρουσία στην Aυλή κρινόταν ως απαραίτητο στοιχείο. Σε αυτούς τους ποιητές οφείλεται η επεξεργασία ολόκληρης της ιρλανδικής εθνικής μυθολογίας. Ανάμεσα στους μυθολογικούς ήρωες, ο πιο σπουδαίος και φημισμένος είναι ο Kου Xουλάιν. Πρόκειται για ήρωα ομηρικών αναλογιών, γενναίο και στον πόλεμο και στην ειρήνη, αήττητο πρωταγωνιστή αναρίθμητων κατορθωμάτων. Πλάι σε τέτοιες ιστορίες ηρώων και βασιλιάδων υπάρχει ακόμα ολόκληρη μυθολογία που αναφέρεται στον λεγόμενο λαό των λόφων, τους καλούς ανθρώπους ή στους επισκέπτες του αέρα: τις νεράιδες, τα στοιχειά, τα αερικά κ.ά. Πάνω σε αυτό τον ρυθμό της παραμυθένιας κελτικής θρησκευτικότητας (που διατηρείται ακόμα και σήμερα) έχει μπολιαστεί με μεγάλη επιτυχία η χριστιανική διδαχή. Το έργο αυτό πραγματοποίησαν ο άγιος Πατρίκιος και ο άγιος Kολούμπαν (543-615). Οι δρυΐδες δεν άργησαν να αφομοιωθούν και αποσύρθηκαν στα μοναστήρια, για να αντιγράφουν χειρόγραφα και να στολίζουν τη Bίβλο με μικρογραφίες. Έτσι η παλιά κελτική σοφία διαπότισε τον ιρλανδικό χριστιανισμό. Η Ι. κατακλύστηκε από μοναστήρια. Το φλογερό και μαχητικό πνεύμα των πρώτων μοναχών ποτέ δεν εγκατέλειψε την ιρλανδική θρησκευτική συνείδηση. Οι δημόσιες πομπές, οι επίσημες θρησκευτικές λειτουργίες, η συμπάθεια για ταξίδια προσκυνήματος αποτελούν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Ιρλανδών. Στο ταξίδι για το Λοχ Nτεργκ, οι προσκυνητές περνούν τρεις μέρες και τρεις νύχτες ξυπόλητοι πίνοντας μόνο σκέτο τσάι. Μαζί με την κληρονομιά των αρχαίων θρησκευτικών παραδόσεων αξιοποιήθηκε και η γλώσσα των αρχαίων Κελτών.Η Ι. έχει ιδιαίτερη παράδοση στα αλκοολούχα ποτά. Το Δουβλίνο είναι η πατρίδα της μπίρας Guinness. Το poteen είναι ένα εύγευστο οινοπνευματώδες ποτό από πατάτα, ενώ η χώρα φημίζεται και για το ουίσκι της. Επιπλέον, οι Ιρλανδοί προτιμούν ιδιαίτερα το εξαιρετικά δυνατό τσάι. Ανάμεσα στα έξοχα πιάτα της ιρλανδικής κουζίνας αξίζει να αναφερθούν οι πίτες από βραστό λάχανο, το drisheen (άσπρη πουτίγκα του Kορκ), τα crubeens (ποδαράκια χοιρινού), ο σολομός, η πέστροφα και το carrageen moss, ένα είδος φυκιού των βράχων, το οποίο αποτελεί συστατικό για την παρασκευή τοπικού παγωτού.Σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων, το 2001 διέμεναν στην Ι. περίπου 200 Έλληνες, ενώ στη χώρα λειτουργεί και η Ελληνική Κοινότητα Δουβλίνου. Αποθήκη μπίρας μεγάλου ζυθοποιείου στην περιοχή του Δουβλίνου. Η προσευχή των μοναχών στο αβαείο Μάουντ Μελερέι. Χριστουγεννιάτικες αγορές σε εμπορικό δρόμο του Δουβλίνου (φωτ. ΑΠΕ). Το ποδόσφαιρο είναι ένα από τα πιο δημοφιλή σπορ στην Ιρλανδία (φωτ. ΑΠΕ). Πυροτεχνήματα για τη γιορτή του Αγίου Πατρικίου (φωτ. ΑΠΕ). Το διάσημο ιρλανδικό ροκ συγκρότημα των U2 (φωτ. ΑΠΕ). Το Abbey Theatre του Δουβλίνου, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της ιρλανδικής πολιτιστικής ζωής. Σκηνή από το έργο «Hyacinth Halvey» που παίχτηκε στο Abbey Theatre το 1926. Ο Ιρλανδός σκηνοθέτης Νιλ Τζόρνταν, βραβευμένος με τον «Χρυσό Λέοντα» από το φεστιβάλ της Βενετίας (φωτ. ΑΠΕ). Το «Wesport House» που χτίστηκε τον 18ο αι. ακολουθεί τους κανόνες της αγγλικής αρχιτεκτονικής. Το ανάκτορο «Four Courts», ένα από τα αντιπροσωπευτικά έργα του Ιρλανδού αρχιτέκτονα Τζέιμς Γκάντεν. Το μοναστήρι των Αυγουστίνων στο Κονγκ της Ιρλανδίας. Μικρογραφία από το «Βιβλίο του Κελς» του 7ου-8ου αι. (Trinity College, Δουβλίνο). Σταυρός του 10ου αι. στο Μέρεντανκ της Ιρλανδίας. Η ιρλανδική χρυσοχοϊκή, την περίοδο του πρώιμου Μεσαίωνα (5ος-10ος αι.), διακρίνεται για την αφομοίωση από τη βρετανική εμπειρία ρωμαϊκών, κελτικών και γερμανικών παραδόσεων. ΣκηνήαπότοέργοτουΙρλανδούθεατρικούσυγγραφέαΣάμιουελΜπέκετ«ΠεριμένονταςτονΓκοντό». Ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γιτς σε πορτρέτο του Ογκάστας Τζον (Πινακοθήκη Μάντσεστερ). Ο τέως πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Τζον Μέιτζορ και ο Ιρλανδός ομόλογος του Τζον Μπρού, έχοντας στα χέρια τους το κείμενο της συμφωνίας ειρήνης για τη Βόρεια Ιρλανδία (1995). Παρά την ισχυρή παράδοση των καθολικών, τα τελευταία χρόνια ο ιρλανδικός λαός δέχθηκε, σε ανάλογα δημοψηφίσματα, μεταρρυθμιστικές πολιτικές, όπως αυτή που επιτρέπει το διαζύγιο, η οποία εγκρίθηκε το 1995. Ο πρωθυπουργός της Ιρλανδίας Μπέρτι Άχερν (φωτ. ΑΠΕ). Το 2002, οι Ιρλανδοί με δημοψήφισμα ενέκριναν τη συνθήκη της Νίκαιας για τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (φωτ. ΑΠΕ). Ο Ιρλανδός πολιτικός Ίμον ντε Βαλέρα (αριστερά), ένας από τους φανατικότερους μαχητές της ανεξαρτησίας του νησιού. Το 1916 σημειώθηκε η εξέγερση των Ιρλανδών εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας (φωτ. ΑΠΕ). Το κάστρο του Μπάνρατι, στην κομητεία Κλαρ, χτίστηκε μεταξύ 15ου-16ου αι. και ήταν, έως τον 18ο αι., φέουδο της μεγάλης οικογένειας των Ο’ Μπράιαν του Τούμεντ. Άγαλμα του τελευταίου βασιλιά της Ιρλανδίας Ρόντερικ Ο’ Κόνορ, του 12ου αι. Χειροτέχνημα των Βίκινγκς που παρέμειναν στο νησί επί δύο αιώνες (φωτ. ΑΠΕ). Η πίσω όψη του 1 ευρώ της Ιρλανδίας. O διωγμός των Ιρλανδών αγροτών από τα εδάφη των γαιοκτημόνων («London News», 1849). Κατά την περίοδο εκείνη είχε παρατηρηθεί η μεγαλύτερη μετανάστευση Ιρλανδών στις ΗΠΑ. Ένας από τους παραδοσιακούς τομείς της οικονομίας της Ιρλανδίας είναι εκείνος της υφαντουργίας. Επεξεργασία γυαλιού σε παραδοσιακό εργαστήριο της Ιρλανδίας. Ιρλανδικό τοπίο στα περίχωρα του Δουβλίνου, με καλλιέργειες δημητριακών. Γαλακτοβιομηχανία στο Κορκ της Ιρλανδίας, ένα δείγμα υψηλής τεχνολογίας. Η οδός Ο’ Κόνελ, από τις κυριότερες αρτηρίες του Δουβλίνου· στο κέντρο, η στήλη του Νέλσον (1818). Αεροφωτογραφία του ποταμού Λίφεϊ και των βόρειων συνοικιών του Δουβλίνου, πρωτεύουσας της Ιρλανδίας. Παιδάκια της ιρλανδικής υπαίθρου, με τα τυπικά χαρακτηριστικά της φυλής τους (άσπρο δέρμα με φακίδες, ανοιχτόχρωμα μάτια, ξανθά ή κοκκινόχρωμα μαλλιά). Το νησί Άκιλ, κοντά στις δυτικές ακτές της Ιρλανδίας. Το ονομαστό πανεπιστημιακό κολέγιο του Κορκ στην Ιρλανδία. Δορυφορική φωτογραφία της Ιρλανδίας (φωτ. ΑΠΕ). Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιρλανδίας Έκταση: 70.280 τ. χλμ. Πληθυσμός: 3.883.159 (2002) Πρωτεύουσα: Δουβλίνο (495.102 κάτ. το 2002) Χαρακτηριστικό ιρλανδικό τοπίο, όπου το πράσινο και η θάλασσα δένουν αρμονικά. Το σπίτι του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, στο Δουβλίνο. Η ζωτικότητα των ιρλανδικών λαογραφικών παραδόσεων τροφοδοτείται από τη φανατική διατήρηση των παλαιών εθίμων και της μνήμης των τοπικών ιστορικών γεγονότων. Εδώ, αναπαράσταση μεσαιωνικού συμποσίου στον γραφικότατο πύργο Μπάνρατι της περιοχής Κλερ. Ο πύργος του μοναστηριού του Γκλέντελοκ που χτίστηκε μεταξύ 7ου και 12ου αι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ιρλανδία — η 1. νησί του Bρετανικού αρχιπελάγους. 2. ευρωπαϊκό κράτος που καταλαμβάνει το νότιο τμήμα του ομώνυμου νησιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ιρλανδία, Βόρεια — (Northern Ireland). Νησιωτική περιοχή (14.147 τ. χλμ., 1.685.267 κάτ. το 2001) του Ηνωμένου Βασιλείου με πρωτεύουσα το Μπέλφαστ. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της νήσου της Ιρλανδίας και αποτελείται από τις 6 εκ των 9 κομητειών της… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Κέλτες — Λαός της κεντρικής Ευρώπης, ο οποίος, από τη 2η χιλιετία π.Χ., άρχισε να μεταναστεύει σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Οι Κ., έπειτα από αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις, έφτασαν στην Ιβηρική χερσόνησο, στα Βρετανικά νησιά και στην Ιταλία (κατάληψη… …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Ένωση — (ΕΕ).Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός. Στόχος του είναι η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική συνεργασία των μελών του. Αποτελεί το διάδοχο σχήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που η ιστορία της ξεκινά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας… …   Dictionary of Greek

  • ΙΡΑ — (αγγλ. Irish Republican Army, ιρλανδ. Οglaigh na Éireann = Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός). Ιρλανδική εθνικιστική παραστρατιωτική οργάνωση. Ιδρύθηκε το 1919, όταν ψηφίστηκε ο νόμος περί Κυβερνήσεως της Ιρλανδίας. Σύμφωνα με αυτόν, η περιοχή του… …   Dictionary of Greek

  • αεροναυτική — Σύνολο πειραματικών δεδομένων, τεχνικών εφαρμογών και ποικίλων δραστηριοτήτων, οι οποίες συνδέονται με τις συνθήκες που επιτρέπουν στον άνθρωπο να μετακινείται μέσα στη γήινη ατμόσφαιρα με συσκευές που κατασκευάζονται γι’ αυτό τον σκοπό. Τo… …   Dictionary of Greek

  • Βίκινγκς ή Νορμανδοί — Οι κάτοικοι των σκανδιναβικών χωρών που, ως θαλασσοπόροι, πολεμιστές, πειρατές και έμποροι, εξορμούσαν στις θάλασσες και στις ακτές της βόρειας Ευρώπης από τον 7o έως τον 11o αι., φτάνοντας μέχρι την Ισλανδία, τη Γροιλανδία και το Λαμπραντόρ. Οι… …   Dictionary of Greek

  • Γιτς, Γουίλιαμ Μπάτλερ — (William Butler Yeats, Σαντιμάουτ, Δουβλίνο 1865 – Ροκμπρίν, Γαλλία 1939). Ιρλανδός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Γιος ζωγράφου, αφομοίωσε την πείρα της κίνησης των προραφαηλικών. Στο Λονδίνο συνδέθηκε αργότερα με έναν περιορισμένο κύκλο… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.